ΥΠΟΘΕΣΗ ΛΙΟΝΑΡΑΚΗ κατά ΕΛΛΑΔΑΣ (Επίσημη Μετάφραση)

ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ

ΥΠΟΘΕΣΗ ΛΙΟΝΑΡΑΚΗ κατά ΕΛΛΑΔΑΣ

(Αίτηση αρ. 1131/05)

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ

5 Ιουλίου 2007

Αυτή η απόφαση θα καταστεί οριστική σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που έχουν καθοριστεί στο άρθρο 44 § 2 της Σύμβασης. Δύναται να υποστεί επεξεργασία ως προς τη μορφή.

Στην υπόθεση Λιοναράκη κατά Ελλάδας,

Το ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (πρώτο τμήμα), που συνεδριάζει σε τμήμα αποτελούμενο από τους:

κκ. L. Loucaides, πρόεδρος,

C.L. Rozakis,

κυρία N. Vajic,

κκ. K. Halijev,

D. Spielmann,

S.E. Jebens,

G. Malinverni, δικαστές,

και M. S. Nielsen, γραμματέας του τμήματος,

Έχοντας συσκεφθεί στην αίθουσα του συμβουλίου στις 14 Ιουνίου 2007,

Δημοσιεύει την παρούσα απόφαση, η οποία ελήφθη την ημερομηνία αυτή:

ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ

1. Στην αρχή αυτής της υπόθεσης βρίσκεται μία αίτηση (αρ. 1131/05) στρεφόμενη εναντίον της Ελληνικής Δημοκρατίας, την οποία ένας υπήκοος του κράτους αυτού, ο κ. Νικήτας Λιοναράκης («ο αιτών»), εισήγαγε στο δικαστήριο στις 9 Δεκεμβρίου 2004 δυνάμει του άρθρου 34 της Σύμβασης περί της προστασίας των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών Ελευθεριών («η Σύμβαση»).

2. Ο αιτών εκπροσωπείται από τον δικηγόρο Σ. Τσακυράκη, του δικηγορικού συλλόγου Αθηνών. Η ελληνική κυβέρνηση («η Κυβέρνηση») εκπροσωπείται από τους αντιπροσώπους του πληρεξουσίου της, κκ. Κ. Γεωργιάδη, παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και από τον Ι. Μπακόπουλο, εισηγητή του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

3. Ο αιτών διαμαρτυρόταν για προσβολή του δικαιώματός του στην ελευθερία της έκφρασης και του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο.

4. Στις 7 Απριλίου 2006, το δικαστήριο αποφάσισε να κοινοποιήσει την αίτηση στην Κυβέρνηση. Επικαλούμενη τις διατάξεις του άρθρου 29 § 3, αποφάσισε ότι θα υποβάλλονταν σε εξέταση ταυτοχρόνως το παραδεκτό και το βάσιμο της υπόθεσης.

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΩΣ

Ι. ΟΙ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΑΝΤΟΣ

Α. Η γένεση της υπόθεσης.

5. Ο αιτών είναι δημοσιογράφος. Κατά την εποχή των γεγονότων ήταν παρουσιαστής και συντονιστής της ραδιοφωνικής εκπομπής σε απευθείας μετάδοση «Γειτονιές της Ελλάδας», μεταδιδομένης από την Ελληνική Ραδιοφωνία και Τηλεόραση («ΕΡΤ»). Στις 24 Μαρτίου 1999, προσκάλεσε τον Ε.Β. [Εμμανουήλ/Μανώλη Βασιλάκη], δημοσιογράφο, για να συζητήσει όψεις της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.

6. Η συζήτηση έθιξε, μεταξύ άλλων, το ζήτημα της «υπόθεσης Οτσαλάν». Ο Αμπντουλά Οτσαλάν, τούρκος υπήκοος και πρώην επικεφαλής του Κόμματος των Εργατών του Κουρδιστάν («ΡΚΚ»), διωκόταν από τις υπεύθυνες τουρκικές αρχές για τους αρχηγούς της τρομοκρατίας. Τον Φεβρουάριο του 1999, εισήλθε παρανόμως στην Ελλάδα με τη βοήθεια ορισμένων ελλήνων υπηκόων, και η φυγή του στην Κένυα διευκολύνθηκε από τα ίδια πρόσωπα. Η ελληνική Κυβέρνηση είχε προηγουμένως διακηρύξει ότι η είσοδος του κ. Οτσαλάν στην ελληνική επικράτεια ήταν εντόνως ανεπιθύμητη, καθώς θα συνεπαγόταν την επιδείνωση των σχέσεων μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας. Κατόπιν της αποκάλυψης της παραμονής του κ. Οτσαλάν στην Ελλάδα, ο έλληνας πρωθυπουργός δήλωσε ότι τα πρόσωπα που τον βοήθησαν «είχαν προσβάλει σοβαρά τα εθνικά συμφέροντα και τους αναλογούσαν βαριές ευθύνες». Και προσέθεσε: «Αποτελούν μέρος του παράλληλου κράτους (παρακράτος) και θα αντιμετωπιστούν ως παρακράτος». Τόσο οι συνθήκες εισόδου και παραμονής του κ. Οτσαλάν στην Ελλάδα όσο και η μεταγενέστερη σύλληψή του στην Κένυα και η μεταφορά του στην Τουρκία μονοπώλησαν το ενδιαφέρον των ελληνικών μέσων ενημέρωσης.

7. Ο Ε.Β. [Μανώλης Βασιλάκης] άσκησε κριτική σε αυτούς που υιοθέτησαν μία «υπερπατριωτική προσέγγιση» στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και, μεταξύ αυτών, στα πρόσωπα που είχαν λάβει μέρος στην υπόθεση Οτσαλάν. Δήλωσε ξεχωριστά:

«Το παρακράτος πρέπει να εξαρθρωθεί. O Ν.[Ναξάκης], Λ.[Λυκουρέζος], Φ.Κ. [Φαήλος Κρανιδιώτης], ο παρακρατικός Φ.Κ., δεν μπορούν να κυβερνούν τη χώρα, δεν είναι η Ελλάδα. Αυτοί είναι, όπως θα το διατύπωνε ο Β.Γ. [Βλάσης Γαβριηλίδης], οι “φωνασκούντες κακούργοι” του τύπου και τώρα των μέσων ενημέρωσης. Θα μπορούσαμε να πούμε σήμερα “νευροπαθείς ψευδοπατριώτες”, σύμφωνα με τους όρους που χρησιμοποιούνταν [εκείνη την εποχή]».

8. Ο Β.Γ. [Βλάσης Γαβριηλίδης] ήταν ένας δημοσιογράφος, ο οποίος το 1894 είχε αποκαλέσει τους υποστηρικτές της «Μεγάλης Ιδέας» «φωνασκούντες κακούργους του Τύπου» και «νευροπαθείς ψευδοπατριώτες». Η «Μεγάλη Ιδέα» ήταν ένα πολιτικό σχέδιο που διατυπώθηκε στα τέλη του 19ου αι. από ορισμένους εθνικιστικούς πολιτικούς κύκλους. Εκθείαζε ένα πολιτικό πρόγραμμα που στόχευε στην ενσωμάτωση του συνόλου του ελληνισμού υπό ξένη κυριαρχία στο ελληνικό κράτος. Το έτος 1922, με την μικρασιατική τραγωδία και την ήττα του ελληνικού στρατού, σήμανε το τέλος της «Μεγάλης Ιδέας».

9. Ο Φ.Κ. [Φαήλος Κρανιδιώτης] είναι δικηγόρος και είχε θέσει υποψηφιότητα στις βουλευτικές εκλογές και τις ευρωεκλογές κατά το παρελθόν. Ο Φ.Κ. είχε αναμειχθεί δραστήρια στην υπόθεση Οτσαλάν. Όταν αυτός ο τελευταίος κατέφυγε στην Κένυα, ο Φ.Κ. πήγε εκεί για να τον συναντήσει και να του παραδώσει μηνύματα και έγγραφα. Επιπλέον, κατόπιν της σύλληψης του κ. Οτσαλάν από τις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις, ο Φ.Κ. είχε παραχωρήσει πολλές συνεντεύξεις για το θέμα αυτό στα ελληνικά μέσα ενημέρωσης.

Β. Η δικαστική διαδικασία.

10. Στις 23 Ιουνίου 1999, ο Φ.Κ. [Φαήλος Κρανιδιώτης] προσέφυγε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με αγωγή αποζημιώσεως για εξύβριση και δυσφήμιση εναντίον του Ε.Β. [Μανώλης Βασιλάκη], του αιτούντος [Νικήτα Λιοναράκη], της ΕΡΤ και των δύο εκπροσώπων της. Αιτείτο του συνολικού ποσού των 150.000.000 δραχμών (440.000 ευρώ περίπου) με το δικαίωμα της ηθικής βλάβης που υπέστη. Στην αγωγή του, ο εγκαλών βεβαίωνε ότι «η ενοχοποιούμενη συνομιλία τον υποβίβαζε και παραβίαζε, με ανήκουστη βιαιότητα, την επαγγελματική και την πολιτική του ακεραιότητα, καθώς και την προσωπικότητά του μέσα στο πλαίσιο της ελληνικής κοινωνίας και του δημόσιου βίου της χώρας».

11. Στις 30 Απριλίου 2001, το Πολυμελές Πρωτοδικείο της Αθήνας δικαίωσε μερικώς την αίτηση του Φ.Κ. [Φαήλου Κρανιδιώτη] Η αναφερόμενη δικαστική αρχή έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι:

«Οι διαμφισβητούμενοι χαρακτηρισμοί παρουσιάζουν τον ενάγοντα ως μέλος μιας παρακρατικής οργάνωσης, τμήματος του παρακρατικού δικτύου, συνωμότη, φωνασκούντα εγκληματία, νευροπαθή, ψευδοπατριώτη, ενεργούντα εναντίον των εθνικών συμφερόντων. Όλοι αυτοί οι χαρακτηρισμοί (…) είναι υβριστικοί και απαξιωτικοί για την προσωπικότητα του ενάγοντος, προσβάλλουν την τιμή και την υπόληψή του και είναι περιφρονητικοί. Επιπλέον, η πρόθεση να εξυβριστεί ο κατηγορούμενος αποδεικνύεται από τον τρόπο με τον οποίο ο πέμπτος εναγόμενος [Ε.Β.ασιλάκης] εκφράστηκε εναντίον του ενάγοντος και ο τέταρτος εναγόμενος [ο αιτών Λιοναράκης] επέτρεψε και υποστήριξε την έκφραση των υβριστικών λόγων, χωρίς να διαμαρτυρηθεί ή να διακόψει τον συνομιλητή του. Συγκεκριμένα, οι ενοχοποιητικοί χαρακτηρισμοί δεν δικαιολογούνται από το ενδιαφέρον του τέταρτου και του πέμπτου για την ενημέρωση του κοινού, ενδιαφέρον το οποίο προκύπτει από τη δημόσια λειτουργία του τύπου. Εξάλλου, ο εναγόμενος είναι ένας δραστήριος δικηγόρος και πολιτικό στέλεχος χωρίς αμοιβή και εξάρτηση, χωρίς περιουσία, εργαζόμενος για την συντήρηση της οικογένειάς του. Έχει νόμιμη πολιτική δραστηριότητα μέσα στο πλαίσιο του πολιτεύματός μας (…) και έχει διαχρονικά εκφράσει τις πολιτικές του απόψεις με αυτοσυγκράτηση και χωρίς υπερβολές. Επιπλέον, ο τέταρτος εναγόμενος δεν σεβάστηκε, όπως όφειλε, τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη δημοσιογραφική δεοντολογία, υποχρεώσεις που μεριμνούν για τον σεβασμό και την προστασία του ατόμου, αλλά παρουσίασε την εκπομπή “Γειτονιές της Ελλάδας” και με την ιδιότητα του συντονιστή επέτρεψε τους υβριστικούς χαρακτηρισμούς από την πλευρά του πέμπτου εναγομένου, με σκοπό την περιφρόνηση του προσώπου, τον υποβιβασμό της υπόληψης και του ονόματος του ενάγοντος στην κοινωνία. Προσέτι, έχοντας λάβει υπόψη τις συνθήκες τέλεσης του αδικήματος, (…) τον βαθμό πρόθεσης του τέταρτου εναγομένου, την ηθική οδύνη του ενάγοντος, την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των εναγομένων, το δικαστήριο κρίνει ότι ο ενάγων υπέστη ηθική ζημία, η οποία ανέρχεται σε 50.000.000 δραχμές, ποσό που άλλωστε είναι το ελάχιστο της αποζημίωσης και θεωρείται λογικό από το δικαστήριο (…)» (απόφαση αρ. 3830/2001).

12. Στις 20 και 21 Ιουνίου 2001, τόσο ο Φ.Κ. [Φαήλος Κρανιδιώτης] όσο και ο αιτών άσκησαν έφεση από κοινού με τους υπόλοιπους εναγομένους. Στις 9 Απριλίου 2002, το εφετείο Αθηνών επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Σε ό,τι αφορά όλως ιδιαιτέρως τον αιτούντα, το Eφετείο Αθηνών έκρινε ότι:

«Κατά τη διάρκεια της εν λόγω εκπομπής, ο τέταρτος εναγόμενος [Ν. Λιοναράκης] δεν υπέδειξε στον πέμπτο εναγόμενο [Μ. Βασιλάκη] την απρέπειά του, δεν του ζήτησε εξηγήσεις σχετικά με τους υβριστικούς χαρακτηρισμούς ή την ανάκλησή τους ακόμη, εφόσον είχε αντιληφθεί ως παρουσιαστής της εκπομπής αυτής υβριστικούς χαρακτηρισμούς από την πλευρά του πέμπτου εναγομένου. Αυτός [ο αιτών] δεν έλαβε υπόψη ότι ο ενάγων απουσίαζε από την εκπομπή και στο τέλος [ο αιτών] επιδοκίμασε τους ενοχοποιητικούς χαρακτηρισμούς (…)».

13. Το Εφετείο Αθηνών αύξησε την αποζημίωση σε 55.000.000 δραχμές (161.048 ευρώ περίπου), ποσό το οποίο οι πέντε εναγόμενοι καταδικάστηκαν αλληλεγγύως να καταβάλουν στον ενάγοντα (απόφαση αρ. 3131/2002).

14. Στις 19 Ιουλίου 2002, ο αιτών προσέφυγε σε αίτηση αναίρεσης. Επικαλέστηκε, μεταξύ άλλων, ότι η επιβολή από τις κατώτερες δικαστικές αρχές του κατώτατου ορίου αποζημίωσης για δυσφήμιση δια της ραδιοφωνικής οδού, προβλεπόμενης από το άρθρο 4 § 10 του νόμου αρ. 2328/1995, παραβίασε το άρθρο 25 § 1 του Συντάγματος, διάταξη που καθιερώνει την αρχή της αναλογικότητας, συνδυαζόμενη με τα άρθρα 14 του Συντάγματος και 10 της Συνθήκης. Ο αιτών βεβαίωσε, ιδιαιτέρως, ότι το ποσό των 161.408 ευρώ που επιδικάστηκε από το εφετείο ήταν υπερβολικό για έναν ιδιώτη, διότι ισοδυναμούσε με έξι έτη αποδοχών ενός καλά αμειβόμενου στελέχους ή με έξι ετών ενοίκια που καταβάλλονται για τη μίσθωση ενός διαμερίσματος στο κέντρο των Αθηνών. Η προσβαλλόμενη απόφαση συνήφθη στην αίτηση αναίρεσης.

15. Στις 15 Ιουνίου 2004, το ακυρωτικό δικαστήριο απέρριψε την αίτηση. Εν προκειμένω για το μέσο της αναίρεσης που αντλήθηκε από τον δυσανάλογο χαρακτήρα του κατώτατου ορίου αποζημίωσης, η ανώτερη δικαστική αρχή το απέρριψε ως αόριστο. Θεώρησε ότι ο αιτών είχε παραλείψει να αναφέρει σε ποιό βαθμό το εφετείο είχε αποδεχτεί την ακρίβεια των ισχυρισμών του σχετικά με την σημασία του ποσού των 161.08 ευρώ (απόφαση 772/2004).

16. Κατόπιν συμφωνίας μεταξύ του Φ.Κ. [Φαήλου Κρανιδιώτη] και των εναγομένων ενώπιον των δικαστικών αρχών της χώρας, ο αιτών κατέβαλε στον Φ.Κ. 41.067,48 ευρώ ως αποκατάσταση της βλάβης που υπέστη και 1.170 ευρώ για έξοδα που προέκυψαν ενώπιον του ακυρωτικού δικαστηρίου.

ΙΙ. ΣΧΕΤΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ

17. Τα σχετικά άρθρα του Συντάγματος προβλέπουν:

Άρθρο 14

«1. Ο καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει τις σκέψεις του προφορικά, γραπτά και μέσω του τύπου, τηρώντας τους νόμους του Κράτους.

2. Ο τύπος είναι ελεύθερος. Η λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο απαγορεύονται.

3. Η κατάσχεση εφημερίδων και άλλων εντύπων, είτε πριν είτε μετά την κυκλοφορία τους, απαγορεύεται.

Σε εξαιρετική περίπτωση, η κατάσχεση επιτρέπεται μετά την κυκλοφορία και κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας:

α) Για λόγους προσβολής της χριστιανικής θρησκείας και κάθε άλλης αναγνωρισμένης θρησκείας.

β) Για λόγους προσβολής του προσώπου του Προέδρου της Δημοκρατίας.

γ) Για λόγους δημοσίευσης που αποκαλύπτει πληροφορίες σχετικές με τη σύνθεση, τον εξοπλισμό και την διάταξη των ενόπλων δυνάμεων ή με την θωράκιση της χώρας ή πληροφορίας που στοχεύει στην ανατροπή του πολιτεύματος διά της βίας ή που στρέφεται κατά της εδαφικής ακεραιότητας του Κράτους.

δ) Για λόγους ανάρμοστων δημοσιεύσεων, οι οποίες προδήλως προσβάλλουν την δημόσια αιδώ, εντός των καθορισμένων από τον νόμο περιπτώσεων.

4. Σε όλες τις περιπτώσεις της προηγούμενης παραγράφου, ο εισαγγελέας, εντός των είκοσι-τεσσάρων ωρών που ακολουθούν την κατάσχεση, οφείλει να υποβάλει την υπόθεση στο Συμβούλιο Εφετών. Αυτό οφείλει, μέσα στις επόμενες είκοσι-τέσσερις ώρες, να αποφασίσει περί της διατήρησης ή της άρσης της λογοκρισίας, ειδάλλως η λογοκρισία αίρεται αυτοδικαίως. Τα ένδικα μέσα έφεσης και αναίρεσης είναι ανοιχτά στον εκδότη της εφημερίδας ή του οποιουδήποτε άλλου κατεσχημένου εντύπου, καθώς και στον εισαγγελέα.

5. Κάθε πρόσωπο που έχει ζημιωθεί από ανακριβή δημοσίευση ή εκπομπή έχει δικαίωμα απάντησης, και όσον αφορά το μέσο πληροφόρησης, αυτό έχει την υποχρέωση πλήρους και άμεσης επανόρθωσης. Κάθε πρόσωπο που έχει ζημιωθεί από υβριστική ή συκοφαντική δημοσίευση ή εκπομπή έχει εξίσου δικαίωμα απάντησης, και όσον αφορά το μέσο ενημέρωσης, αυτό έχει υποχρέωση άμεσης δημοσίευσης ή διάδοσης της απάντησης. Ο νόμος προσδιορίζει τους τρόπους άσκησης του δικαιώματος της απάντησης και εγγυάται την πλήρη και άμεση επανόρθωση ή την δημοσίευση και μετάδοση της απάντησης. (…)».

Άρθρο 25

«1. Τα δικαιώματα του ανθρώπου, τόσο ως ατόμου όσο και ως μέλους του κοινωνικού σώματος, και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου είναι τοποθετημένα υπό την αιγίδα του Κράτους, όλα τα όργανα του Κράτους είναι υποχρεωμένα να διασφαλίσουν την ελεύθερη και αποτελεσματική τους άσκηση. Αυτές οι αρχές ισχύουν εξίσου στις σχέσεις μεταξύ των πολιτών για τις οποίες αυτοί είναι κατάλληλοι. Οι περιορισμοί κάθε κατηγορίας που μπορούν να επιβληθούν σε αυτά τα δικαιώματα σύμφωνα με το Σύνταγμα, πρέπει να προβλεφθούν είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, με την επιφύλαξη αυτού και με σεβασμό στην αρχή της αναλογικότητας. (…)»

18. Οι σχετικές διατάξεις του αστικού κώδικα προβλέπουν:

Άρθρο 57

«Αυτός που με αθέμιτο τρόπο θίγεται στην προσωπικότητά του, έχει δικαίωμα να απαιτήσει την απάλειψη της προσβολής και, πέραν αυτού, την αποχή από οποιαδήποτε προσβολή στο μέλλον. Αν η προσβολή αφορά στην προσωπικότητα αποβιώσαντος προσώπου, είναι ο σύζυγος, οι κατιόντες, ανιόντες, αδελφοί και αδελφές του και οι εκ διαθήκης κληρονόμοι που διατηρούν αυτό το δικαίωμα.

Προσέτι, δεν αποκλείεται η απαίτηση αποζημίωσης σύμφωνα με τις σχετιζόμενες με τις απαγορευμένες πράξεις διατάξεις».

Άρθρο 914

«Όποιος κατά παράβαση του νόμου προκαλεί σε άλλον βλάβη με δική του υπαιτιότητα, υποχρεούται σε επανόρθωση».

Άρθρο 932

Ανεξαρτήτως της οφειλόμενης αποκατάστασης εξαιτίας υλικής βλάβης που προκλήθηκε από παράνομη πράξη, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει χρηματική αποζημίωση σύμφωνα με την εκτίμησή του, για λόγους ηθικής βλάβης. Αυτό μπορεί κυρίως να εφαρμοστεί σε εκείνον που υπέστη βλάβη της υγείας, της τιμής ή της ηθικής του ακεραιότητας ή που στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτου, η αποζημίωση αυτή μπορεί να καταβληθεί στην οικογένεια του θύματος ως pretium doloris».

19. Το ενιαίο άρθρο του νόμου αρ. 1178/1981, σχετικό με την πολιτική ευθύνη του τύπου, όπως τροποποιήθηκε από το ενιαίο άρθρο, παράγραφος 4, του νόμου αρ. 2243/1994, ορίζει:

«1. Ο κάτοχος οποιουδήποτε δημοσιεύματος υποχρεούται να αποζημιώσει πλήρως την παράνομη υλική βλάβη, όπως και να αποκαταστήσει χρηματικά την ηθική βλάβη που προκλήθηκαν από άρθρο, το οποίο προσβάλλει την τιμή ή την υπόληψη κάθε προσώπου, ακόμα και αν ο καταλογισμός που προβλέπεται από το άρθρο 914 του αστικού κώδικα ή η πρόθεση που προβλέπεται από το άρθρο 919 του αστικού κώδικα ή η γνώση και η άγνοια που μπορούν να καταλογιστούν σε παράπτωμα και προβλέπονται από το άρθρο 920 του αστικού κώδικα εφαρμόζονται στις περιπτώσεις του συντάκτη του άρθρου αυτού ή, αν αυτός είναι άγνωστος, στον εκδότη και τον αρχισυντάκτη του δημοσιεύματος.

2. Το κατώτερο ποσό αποζημίωσης για ηθική βλάβη σύμφωνα με το άρθρο 932 του αστικού κώδικα είναι δέκα εκατομμύρια δραχμές (…)».

20. Το άρθρο 4 § 10 του νόμου αρ. 2328/1995 που αφορά στην ιδιωτική ραδιοτηλεόραση, ορίζει:

«Το ενιαίο άρθρο του νόμου αρ. 1178/1981 διέπει επίσης τους τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς. Ο όρος “δημοσίευμα” περιλαμβάνει επίσης τις ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές (…). Εν προκειμένω για τους τηλεοπτικούς σταθμούς εθνικής και τοπικής εμβέλειας, το κατώτερο ποσό της αποζημίωσης που προβλέπεται από τη δεύτερη παράγραφο του ενιαίου άρθρου του νόμου αρ. 1178/1981 καθορίζεται σε 100.000.000 (293.470 ευρώ περίπου) και 30.000.000 (88.041 ευρώ περίπου) αντιστοίχως. Εν προκειμένω για τους ραδιοφωνικούς σταθμούς υπερτοπικής εμβέλειας, το ποσό της αποζημίωσης καθορίζεται σε 50.000.000 (147.000 ευρώ περίπου) (…)».

21. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του ακυρωτικού δικαστηρίου, η αίτηση αναίρεσης οφείλει να προσδιορίσει ποιά είναι η ουσιαστική διάταξη που παραβιάστηκε, σε τι συνίσταται η νομική πλάνη, με άλλα λόγια που βρίσκεται η παραβίαση στην ερμηνεία ή στην εφαρμογή της διαμφισβητούμενης διάταξης, και οφείλει επίσης να επιτρέπει την έκθεση των γεγονότων επί των οποίων βασίστηκε το εφετείο για να απορρίψει την προσφυγή (Άρειος Πάγος, αρ. 372/2002, 388/2002).

ΝΟΜΙΚΩΣ

Ι. ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΡΟΒΑΛΛΟΜΕΝΟΥ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΥ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 6 § 1 ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ

22. Ο αιτών διαμαρτύρεται ότι η απόρριψη από το ακυρωτικό δικαστήριο ως αόριστου του μέσου της αναίρεσης που αντλήθηκε από τον θεωρούμενο ως υπερβολικό χαρακτήρα του καθορισμένου από το εφετείο Αθηνών ποσού ως ηθική αποζημίωση, παραβίασε το δικαίωμά του στην πρόσβαση σε δικαστήριο, όπως αυτό προβλέπεται από το άρθρο 6 § 1 της Συνθήκης. Αυτό είναι συντεταγμένο ως εξής:

«Κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα στην ακριβοδίκαιη εξέταση της υπόθεσής του (…) εντός λογικής προθεσμίας, από ένα δικαστήριο (…) που θα κρίνει (…) τις αμφισβητήσεις των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων πολιτικού χαρακτήρα (…)»

Α. Επί του παραδεκτού

23. Το δικαστήριο διαπιστώνει ότι αυτή η αιτίαση δεν είναι εμφανώς αβάσιμη υπό την έννοια του άρθρου 35 § 3 της Συνθήκης. Το δικαστήριο σημειώνει επιπλέον ότι αυτό δεν προσκρούει σε κανένα άλλο αιτιολογικό απαράδεκτου. Πρέπει λοιπόν να το κηρύξει παραδεκτό.

Β. Επί της ουσίας

1. Επιχειρήματα των μερών

24. Ο αιτών βεβαιώνει ότι το εφετείο Αθηνών ουδόλως επιχειρηματολόγησε επί του τρόπου με τον οποίο κατέληξε στο ποσό που χορηγήθηκε ως ηθική αποζημίωση. Προσέτι, η εν λόγω απόφαση του εφετείου είχε συναφθεί στην αίτηση αναίρεσης και ήταν, κατά συνέπεια, διαθέσιμη στο ακυρωτικό δικαστήριο.

25. Η Κυβέρνηση ανταπαντά ότι το μέσο της αναίρεσης, το οποίο αντλήθηκε από τον υπερβολικό χαρακτήρα του ποσού που καθορίστηκε από τις δικαστικές αρχές της χώρας ως ηθική αποζημίωση, απορρίφθηκε από το ακυρωτικό δικαστήριο με το αιτιολογικό ότι ο ενδιαφερόμενος δεν είχε αναφέρει με ακρίβεια στην αίτηση αναίρεσης, αν τα γεγονότα επί των οποίων θεμελιωνόταν το προαναφερθέν μέσο είχαν γίνει αποδεκτά από το εφετείο ως αξιόπιστα. Προβάλλει το επιχείρημα ότι το ακυρωτικό δικαστήριο εφάρμοσε απλώς την πάγια νομολογία αναφορικά με τις συνθήκες του παραδεκτού μιας αίτησης αναίρεσης και ότι το σφάλμα διατύπωσης ενός αόριστου μέσου αναίρεσης καταλογίζεται στον αιτούντα.

2. Κρίση του δικαστηρίου

α. Γενικές αρχές

26. Το δικαστήριο υπενθυμίζει την πάγια νομολογία του, σύμφωνα με την οποία δεν έχει ως έργο να υποκαταστήσει της δικαστικές αρχές μιας χώρας. Η ερμηνεία της εγχώριας νομοθεσίας βαρύνει πρώτα απ’ όλα τις εθνικές αρχές και κατά κύριο λόγο τα δικαστήρια (βλ., μεταξύ πολλών άλλων, Garcia Manibardo c. Espagne, αρ. 38695, § 36, CEDH 2000-II). Επιπλέον, το «δικαίωμα σε δικαστήριο», του οποίου ιδιαίτερη όψη συνιστά το δικαίωμα πρόσβασης, δεν είναι απόλυτο και υπόκειται σε αυτονόητα παραδεκτούς περιορισμούς, κυρίως ως προς τις προϋποθέσεις του παραδεκτού μιας αίτησης, καθώς απαιτεί από την ίδια την φύση του την ρύθμιση του Κράτους, το οποίο απολαμβάνει από αυτή την πλευρά ένα ορισμένο περιθώριο κρίσης. Σε κάθε περίπτωση, οι περιορισμοί αυτοί δεν μπορούν να περιστείλουν την ελεύθερη πρόσβαση του δωσίδικου κατά τέτοιο τρόπο ή σε τέτοιο σημείο, ώστε το δικαίωμα σε δικαστήριο να πλήττεται στην ίδια την υπόστασή του. Τέλος, οι περιορισμοί δεν συμβιβάζονται με το άρθρο 6 § 1 παρά μόνο αν τείνουν σε έναν νόμιμο στόχο και αν υπάρχει μία λογική σχέση αναλογικότητας μεταξύ των μέσων που χρησιμοποιούνται και του σκοπούμενου στόχου (βλ., μεταξύ πολλών άλλων, Edificaciones March Gallego S.A. c. Espagne, απόφαση της 19ης Φεβρουαρίου 1998, Recueil des arrêts et décisions 1998-I, σ.290, § 34). Πράγματι, το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο πλήττεται, όταν η ρύθμισή του παύει να εξυπηρετεί τους σκοπούς της νομικής κατοχύρωσης και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και συνιστά μορφή προσκόμματος, που εμποδίζει τον δωσίδικο να δει την διαφορά του να τέμνεται σε βάθος από την αρμόδια δικαστική αρχή.

27. Το δικαστήριο υπενθυμίζει εκτός αυτού, ότι το άρθρο 6 της Συνθήκης δεν καταναγκάζει τα συμβαλλόμενα κράτη να δημιουργήσουν εφετεία ή ακυρωτικά δικαστήρια (βλ., κατά κύριο λόγο, Delcourt c. Belgique, απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 1970, σειρά Α, αρ. 11, σ. 13-15, §§ 25-26). Ωστόσο, αν υπάρχουν τέτοιες δικαστικές αρχές, οι εγγυήσεις του άρθρου 6 οφείλουν να είναι σεβαστές, κατά κύριο λόγο σε ό,τι διασφαλίζει στους εναγομένους πραγματικό δικαίωμα πρόσβασης στα δικαστήρια για τις σχετικές με τα δικά τους «δικαιώματα και υποχρεώσεις πολιτικού χαρακτήρα» αποφάσεις (βλ., μεταξύ άλλων, Brualla Gόmez de la Torre c. Espagne, απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 1997, Recueil 1997-VIII, σελ. 2956, § 37). Επιπλέον, η συμβατότητα των προβλεπόμενων περιορισμών από το εσωτερικό δίκαιο με το αναγνωρισμένο από το άρθρο 6 § 1 της Συνθήκης δικαίωμα σε δικαστήριο εξαρτάται από τις ιδιαιτερότητες της υπό συζήτηση διαδικασίας και πρέπει να λαμβάνει υπόψη το σύνολο της δίκης που διεξήχθη εντός του κρατικού νομικού συστήματος και το ρόλο που επιτέλεσε σ’ αυτό το ανώτατο δικαστήριο, καθώς οι προϋποθέσεις του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης μπορούν να είναι αυστηρότερες απ’ ό,τι της έφεσης (Khalfaoui c. France, αρ. 34791/97, CEDH 1999-IX).

28. Το δικαστήριο υπενθυμίζει τέλος, ότι η ρύθμιση η σχετική με τις τυπικές προϋποθέσεις για την κατάθεση προσφυγής στοχεύει να διασφαλίσει την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και, ιδιαιτέρως, τον σεβασμό της αρχής της νομικής κατοχύρωσης. Σε κάθε περίπτωση, οι ενδιαφερόμενοι οφείλουν να μπορούν να υπολογίζουν ότι οι κανόνες θα εφαρμοστούν (Miragall Escolano et autres c. Espagne, αρ. 38366/97, 38688/97, 40777/98, 40843/98, 41015/98, 41400/98, 41446/98, 41484/98, 41487/98 και 41509/98, § 33, CEDH 2000-I).

29. Το δικαστήριο έχει συμπεράνει πολλές φορές μέχρι σήμερα, ότι η εφαρμογή των προς τήρηση τυπικών προϋποθέσεων για την κατάθεση προσφυγής από τις εγχώριες δικαστικές αρχές ενδέχεται να παραβιάζει το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο. Έτσι συμβαίνει, όταν η υπερβολικά σχολαστική ερμηνεία της κοινής νομιμότητας γινόμενη από μία δικαστική αρχή εμποδίζει στην πράξη την σε βάθος εξέταση της προσφυγής του ενδιαφερομένου (Beles et autres c. République Tchèque, αρ. 47273/99, § 69, CEDH 2002-IX; Zvolsky et Zvolska c. République Tchèque, αρ. 46129/99, § 55, CEDH 2002-IX). Mε αυτό ως δεδομένο, το δικαστήριο έχει ήδη αποδεχτεί, ότι οι προϋποθέσεις παραδεκτού αίτησης αναίρεσης μπορούν να είναι αυστηρότερες απ’ ό,τι για την έφεση (Beles et autres c. République Tchèque, προμνημονευθέν, § 62).

β. Εφαρμογή των προαναφερθεισών αρχών στην υπόθεση.

30. Το δικαστήριο κρίνει χρήσιμο να υπενθυμίσει, ότι στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών βεβαίωσε ενώπιον του ακυρωτικού δικαστηρίου, ότι το καθορισμένο ως ηθική αποζημίωση ποσό των 161.048 ευρώ ισοδυναμούσε με αποδοχές έξι ετών ενός καλά αμειβόμενου στελέχους ή με έξι έτη ενοικίων που καταβάλλονται για την εκμίσθωση διαμερίσματος στο κέντρο των Αθηνών. Από αυτή την σκοπιά, εννοούσε να ενισχύσει τον ισχυρισμό του, ότι το αναφερόμενο ποσό ήταν υπερβολικό. Εν συνεχεία, το ακυρωτικό δικαστήριο απέρριψε αυτό το μέσο αναίρεσης ως αόριστο, κρίνοντας ότι ο αιτών είχε παραλείψει να αναφέρει σε ποιο βαθμό το εφετείο είχε αποδεχτεί την αληθοφάνεια των ισχυρισμών του αναφορικά με την σημασία του ποσού που επιδικάστηκε.

31. Το δικαστήριο θεωρεί ότι στην υπόθεση το έργο του συνίσταται στο να εξετάσει αν ο λόγος για τον οποίο το ακυρωτικό δικαστήριο απέρριψε το μέσο της αναίρεσης, το οποίο αντλήθηκε από τη μη-αναλογικότητα του ποσού που καθορίστηκε ως ηθική αποζημίωση, στέρησε στην πράξη από τον αιτούντα το δικαίωμά του να δει αυτό το μέσο να συζητιέται σε βάθος. Για να το κατορθώσει, το δικαστήριο θα ασχοληθεί με την αναλογικότητα του επιβεβλημένου περιορισμού σε σχέση με την νομική κατοχύρωση και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.

32. Κατ’ αρχήν, το δικαστήριο διαπιστώνει ότι φαίνεται κατά βάσιν λογικό, ότι το ακυρωτικό δικαστήριο απαιτεί από τον αιτούντα να εκθέσει με ακρίβεια στην αίτησή του τα σχετικά γεγονότα, όπως είχαν γίνει αποδεκτά από το εφετείο. Στην αντίθετη περίπτωση, η ανώτερη δικαστική αρχή δεν θα ήταν καθόλου σε θέση να ασκήσει τον έλεγχο ακυρότητας σε ό,τι αφορά την προσβαλλόμενη απόφαση. Θα ήταν υποχρεωμένη να ανασυστήσει τα σχετικά με την υπόθεση γεγονότα και να τα ερμηνεύσει η ίδια σε σχέση με τον κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε από το εφετείο. Συνεπώς, αυτή η υπόθεση δεν δύναται να εξεταστεί, διότι θα ισοδυναμούσε με το να απαιτήσουμε από την ανώτερη δικαστική αρχή να διατυπώσει η ίδια τα μέσα αναίρεσης, μέσα που στη συνέχεια θα έπρεπε να εξετάσει. Εν ολίγοις, ο νομολογικός κανόνας εφαρμοσμένος στην περίπτωση του συγκεκριμένου θέματος συμβιβάζεται με τον ειδικό χαρακτήρα του ρόλου που επιτελείται από το ακυρωτικό δικαστήριο, ο έλεγχος του οποίου περιορίζεται στο σεβασμό του δικαίου (βλ., σε αυτή την κατεύθυνση, Brechos c. Grèce (déc.), αρ. 7632/04, 11 Απριλίου 2006).

33. Στην περίπτωση του συγκεκριμένου θέματος βέβαια, δύσκολα μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι το εν λόγω μέσο αναίρεσης θα επιβάρυνε το ακυρωτικό δικαστήριο με την υποχρέωση να αποκαταστήσει τα γεγονότα του συγκεκριμένου θέματος. Στα μάτια του δικαστηρίου, δύο στοιχεία οφείλουν να ληφθούν υπόψη. Κατά πρώτον, οι ισχυρισμοί οι συναφείς με τις αποδοχές ενός καλά αμειβόμενου στελέχους και με τα καταβαλλόμενα μισθώματα για την ενοικίαση ενός διαμερίσματος στο κέντρο της Αθήνας δεν συνιστούσαν γεγονότα που αναφέρονται στην ουσία της διαφοράς. Αντιθέτως, εγέρθηκαν για πρώτη φορά ενώπιον του ακυρωτικού δικαστηρίου ως παράδειγμα διδαγμάτων από την καθημερινή πρακτική, με σκοπό να ενισχύσουν την αιτίαση του ενδιαφερομένου, ότι το ποσό που καθορίστηκε ως ηθική αποζημίωση παρέβαινε την αρχή της αναλογικότητας. Κατά συνέπεια, οι εν λόγω ισχυρισμοί αποτελούσαν μέρος του ένδικου μέσου που ηγέρθη και δεν συνιστούσαν γεγονότα, τα οποία θα έπρεπε να είχαν προηγουμένως αποδειχθεί από το εφετείο, ώστε η ανώτερη δικαστική αρχή να μπορεί συνεχώς να ασκήσει τον δικαστικό της έλεγχο.

34. Εν πάση περιπτώσει, η αμφισβητούμενη απόφαση του εφετείου είχε συναφθεί στην αίτηση αναίρεσης. Ο ανώτατος δικαστής είχε έτσι τη δυνατότητα να συμβουλευτεί το κείμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και να εξακριβώσει, εάν χρειαζόταν, κάθε πραγματικό ισχυρισμό που περιλαμβανόταν στην αίτηση αναίρεσης (Zouboulidis c. Grèce, αρ. 77574/01, § 29, 14, Δεκέμβριος 2006).

35. Υπό το φως των προηγούμενων επιχειρημάτων, το δικαστήριο εκτιμά ότι στο συγκεκριμένο θέμα ο περιορισμός που επιβλήθηκε στο δικαίωμα πρόσβασης του αιτούντος σε δικαστήριο δεν ήταν αναλογικός με τον στόχο να υπάρξουν εγγυήσεις νομικής κατοχύρωσης και ορθής απονομής της δικαιοσύνης.

36. Συνεπώς, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της Συνθήκης έναντι του δικαιώματος του αιτούντος για πρόσβαση σε δικαστήριο.

ΙΙ. ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΡΟΒΑΛΛΟΜΕΝΟΥ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΥ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 10 ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ

37. Ο αιτών καταγγέλλει παραβίαση του δικαιώματός του στην ελευθερία της έκφρασης λόγω της καταδίκης του κατά το αστικό δίκαιο να καταβάλει αποζημίωση στον Φ.Κ. [Φαήλο Κρανιδιώτη]. Επικαλείται το άρθρο 10 της Σύμβασης, διάταξη η οποία διατυπώνεται ως εξής:

«1. Καθένας έχει δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης. Αυτό το δικαίωμα περιλαμβάνει την ελευθερία της γνώμης και την ελευθερία να διακινεί πληροφορίες ή ιδέες, χωρίς την επέμβαση των αρχών και χωρίς να λαμβάνει υπόψη του όρια. Το παρόν άρθρο δεν εμποδίζει τα κράτη να υποβάλουν επιχειρήσεις ραδιοφωνίας, κινηματογράφου και τηλεόρασης σε κανονισμούς αδειοδότησης.

2. Η άσκηση των ελευθεριών που εμπεριέχουν υποχρεώσεις και ευθύνες μπορεί να υπόκειται σε ορισμένες διατυπώσεις, προϋποθέσεις, περιορισμούς ή κυρώσεις προβλεπόμενες από τον νόμο, οι οποίες συνιστούν μέσα σε μια δημοκρατική κοινωνία αναγκαία μέτρα για την εθνική ασφάλεια, την εδαφική ακεραιότητα ή τη δημόσια ασφάλεια, την υπεράσπιση της τάξης και την πρόληψη του εγκλήματος, την προστασία της υγείας ή της ηθικής, την προστασία της υπόληψης ή των δικαιωμάτων του πλησίον, για να εμποδίσουν την κοινολόγηση εμπιστευτικών πληροφοριών ή για να διασφαλίσουν το κύρος και την αμεροληψία της δικαστικής εξουσίας.

Α. Επί του παραδεκτού.

38. Το δικαστήριο διαπιστώνει ότι αυτή η αιτίαση δεν είναι εμφανώς αβάσιμη υπό την έννοια του άρθρου 35 § 3 της Συνθήκης. Το δικαστήριο σημειώνει επιπλέον ότι αυτό δεν προσκρούει σε κανένα άλλο αιτιολογικό απαράδεκτου. Πρέπει λοιπόν να το κηρύξει παραδεκτό.

Β. Επί της ουσίας.

1. Επιχειρήματα των μερών

39. Ο αιτών βεβαιώνει ότι η υπόθεση αφορά στην ολοφάνερη παραβίαση του δικαιώματός του στην ελευθερία της έκφρασης. Εκτιμά ότι δεν πρέπει να θεωρηθεί υπεύθυνος για όσα ειπώθηκαν από τρίτο πρόσωπο κατά τη διάρκεια ραδιοφωνικής εκπομπής με πολιτικό χαρακτήρα, στην οποία ήταν ο παρουσιαστής. Επιπροσθέτως, βεβαιώνει ότι οι ενοχοποιητικοί χαρακτηρισμοί εγγράφονταν στα συμφραζόμενα μιας πολιτικής συζήτησης, η οποία προσείλκυε το ενδιαφέρον του κοινού, και αφορούσαν την δημόσια δραστηριότητα ενός ανθρώπου που ήταν αναμφίβολα δημόσιο πρόσωπο.

40. Η Κυβέρνηση κατ’ αρχήν βεβαιώνει ότι η επίδικη παρέμβαση θεμελιωνόταν στον νόμο, και συγκεκριμένα στα άρθρα 57, 914, 932 του αστικού κώδικα, όπως και στο άρθρο 4 § 10 του νόμου υπ. αρ. 2328/1995 σε συνδυασμό με το ενιαίο άρθρο του νόμου αρ. 1178/1981. Επιπλέον, εκτιμά ότι υπηρετούσε νόμιμο στόχο έναντι του άρθρου 10 § 2 της Συνθήκης, και συγκεκριμένα την προστασία της υπόληψης του πλησίον, στην περίπτωση αυτή του Φ.Κ. [Φαήλου Κρανιδιώτη]. Σε ό,τι αφορά την αναγκαιότητα του περιοριστικού μέτρου, η Κυβέρνηση ανταπαντά ότι οι διαμφισβητούμενοι χαρακτηρισμοί συνιστούσαν αξιολογικές κρίσεις που δεν στηρίζονταν σε καμία πραγματική βάση. Προσθέτει ότι αν και ο αιτών γνώριζε εκ των προτέρων τις πολιτικές θέσεις του προσκεκλημένου του, επέτρεψε την έκφραση των υβριστικών χαρακτηρισμών προς τον Φ.Κ. [Φαήλο Κρανιδιώτη] εκ μέρους του Ε.Β. [Μανώλη Βασιλάκη], χωρίς να επιχειρήσει να τον διακόψει ή έστω να απαιτήσει την αναδιατύπωση των χαρακτηρισμών του. Για την Κυβέρνηση, το ποσό που επιδικάστηκε από τις εγχώριες δικαστικές αρχές ως ηθική αποκατάσταση ήταν ανάλογο προς το είδος των υβριστικών λόγων και προς το γεγονός ότι μεταδόθηκαν κατά τη διάρκεια ραδιοφωνικής εκπομπής εθνικής εμβέλειας.

2. Κρίση του δικαστηρίου

α. Γενικές αρχές

41. Το δικαστήριο υπενθυμίζει ότι σε τελική ανάλυση ο ρόλος του συνίσταται στην απόφανση, αν μία «περιστολή» της ελευθερίας της έκφρασης συμβιβάζεται με το άρθρο 10 της Συνθήκης. Για να το κάνει, εξετάζει την αμφισβητούμενη παρέμβαση υπό το φως του συνόλου της υπόθεσης για να προσδιορίσει, αν ήταν «ανάλογη με τον νόμιμο στόχο που ακολουθήθηκε» και αν οι λόγοι που επικαλέστηκαν οι εθνικές αρχές για να την δικαιολογήσουν παρουσιάζονται «σχετικοί και επαρκείς». Το δικαστήριο οφείλει να πεισθεί ότι οι εθνικές αρχές εφάρμοσαν τους κανονισμούς που είναι σύμφωνοι προς τις αρχές που καθιερώνει το άρθρο 10 και επιπλέον να το πράξει στηριζόμενο σε μία παραδεκτή εκτίμηση των σχετικών γεγονότων (βλ., μεταξύ άλλων, Steel et Morris c. RoyaumeUni, αρ. 68416/01, § 87, CEDH 2005-II).

42. Το δικαστήριο υπογραμμίζει εκ προοιμίου τον κορυφαίο ρόλο του Τύπου σε μία δημοκρατική κοινωνία, ρόλο «σκύλου-φύλακα» (βλ. Bladet Tromso et Stensaas c. Norvège [GC], αρ. 21980/93, § 62, CEDH 1999-III). Εξαιτίας αυτής της λειτουργίας του τύπου, η δημοσιογραφική ελευθερία συνεπάγεται την πιθανή προσφυγή σε κάποια δόση υπερβολής, ακόμα και πρόκλησης (Gaveda c. Pologne, αρ. 26229/95, § 34, CEDH 2002-II).

43. Εν προκειμένω, για το είδος των λόγων που ενδέχεται να πλήξουν την υπόληψη ενός ατόμου, το δικαστήριο κατά παράδοση διακρίνει μεταξύ γεγονότων και αξιολογικών κρίσεων. Αν η υλικότητα των πρώτων μπορεί να αποδειχτεί, οι δεύτερες δεν προσφέρονται σε έλεγχο της ακριβείας τους. Όταν κάποια δήλωση αναλύεται σε αξιολογική κρίση, η αναλογικότητα της παρέμβασης μπορεί να είναι συνάρτηση μίας επαρκούς πραγματικής βάσης, διότι ελλείψει μιας τέτοιας βάσης και η αξιολογική κρίση μπορεί να αποδειχθεί υπερβολική (βλ, για παράδειγμα, Feldek c. Slovaquie, αρ. 29032/95, §§ 75-76, CEDH 2001-VIII).

44. Επιπροσθέτως, μέσα στα συμφραζόμενα της διαδικασίας δυσφήμισης ή εξύβρισης, το δικαστήριο οφείλει να εξισορροπήσει έναν ορισμένο αριθμό πρόσθετων παραγόντων κατά την εκτίμηση του αμφισβητούμενου μέτρου. Εν πρώτοις, σε ό,τι αφορά τους όρους μετάδοσης των υπό συζήτηση χαρακτηρισμών, το δικαστήριο διακρίνει μεταξύ εκπομπής σε απευθείας μετάδοση και μαγνητοφωνημένης εκπομπής. Όταν πρόκειται για προφορικές δηλώσεις που έγιναν κατά τη διάρκεια ζωντανής εκπομπής, το δικαστήριο θεωρεί ότι το στοιχείο αυτό αφαιρεί από τον παρουσιαστή τη δυνατότητα να τις αναδιατυπώσει, να τις τελειοποιήσει ή να τις αποσύρει προτού δημοσιοποιηθούν (βλ., Fuentes Bobo c. Espagne, αρ. 39293/98, § 46, 29 Φεβρουαρίου 2000; Gündüz c. Turquie, αρ. 35071/97, § 49, CEDH 2003-XI).

45. Κατά δεύτερον, σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο των διαμφισβητούμενων λόγων, το δικαστήριο υπενθυμίζει ότι τα όρια της αποδεκτής κριτικής ενός πολιτικού προσώπου, το οποίο γίνεται στόχος της με αυτή του την ιδιότητα, είναι ευρύτερα απ’ ό,τι ενός απλού «ιδιώτη»: διαφορετικά από τον πρώτο, ο δεύτερος εκτίθεται αναπόφευκτα και συνειδητά στον προσεκτικό έλεγχο των πράξεων και κινήσεών του, τόσο εκ μέρους των δημοσιογράφων όσο και εκ μέρους του μεγάλου αριθμού των πολιτών. Κατά συνέπεια, πρέπει να επιδειχθεί μεγαλύτερη ανεκτικότητα (Lingens c. Autriche, απόφαση της 8ης Ιουλίου 1986, σειρά Α, αρ. 103, σελ. 26, § 42). Αυτή η αρχή δεν έχει αποκλειστική εφαρμογή στην περίπτωση του πολιτικού προσώπου, αλλά επεκτείνεται σε κάθε πρόσωπο, το οποίο μπορεί να χαρακτηριστεί δημόσιο πρόσωπο, δηλαδή το πρόσωπο εκείνο που με τις πράξεις του (βλ., σ’ αυτή την κατεύθυνση, Krone Verlag Gmbh & Co. KG c. Autriche, αρ. 34315/96, § 37, 26 Φεβρουαρίου 2002; News Verlags GmbH & Co. KG c. Autriche, αρ. 31457/96, § 54, CEDH 2000-I) ή από την ίδια τη θέση του (Verlagsgruppe News GmbH c. Autriche (no 2), αρ. 10520/02, § 36, 14 Δεκεμβρίου 2006) εισέρχεται στη σφαίρα στη δημόσια κονίστρα.

45. Τέλος, το δικαστήριο θεωρεί ότι κάθε απόφαση παραχώρησης αποζημίωσης για δυσφήμιση οφείλει να παρουσιάζει μία λογική σχέση αναλογικότητας με την βλάβη που προκλήθηκε στην υπόληψη (Tolstoy Miloslavsky c. Royaume Uni, απόφαση της 13ης Ιουλίου 1995, σειρά Α, αρ. 316-Β, σελ. 75-76, § 49). Επιπλέον, για να εκτιμηθεί η σημασία των αποζημιώσεων ή προστίμων στα οποία καταδικάστηκε ο ενδιαφερόμενος, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη την προσωπική κατάσταση του ενδιαφερόμενου και κυρίως τα εισοδήματα και τους πόρους του, όπως προκύπτουν από τον φάκελο της υπόθεσης (βλ. Steel et Morris c. Royaume Uni, προμνημονευθέν, § 96; Maronek c. Slovaquie, αρ. 32686/96, § 58, CEDH 2001-III).

β. Εφαρμογή στην υπόθεση των προαναφερθεισών αρχών.

47. Το δικαστήριο σημειώνει εκ των προτέρων ότι τα μέρη συμφωνούν να λάβουν υπόψη ότι οι εγχώριες δικαστικές αποφάσεις συνιστούν παρέμβαση στο δικαίωμα ελευθερίας της έκφρασης του αιτούντος. Εκτός αυτού, δεν αμφισβητείται ότι η επίδικη παρέμβαση «προβλεπόταν από τον νόμο», δηλαδή από τα άρθρα 57, 914 και 932 του αστικού κώδικα, όπως και από το άρθρο 4 § 10 του νόμου αρ. 2328/1995 σε συνδυασμό με το ενιαίο άρθρο του νόμου αρ. 1178/1981. Σε τελευταία ανάλυση, το εν λόγω περιοριστικό μέτρο επεδίωκε νόμιμο στόχο έναντι του άρθρου 10 § 2 της Συνθήκης, δηλ. την προστασία της υπόληψης του πλησίον, στη συγκεκριμένη περίπτωση εκείνη του Φ.Κ. [Φαήλου Κρανιδιώτη].

48. Τα μέρη επικέντρωσαν την επιχειρηματολογία τους επί της αναγκαιότητας της υπό συζήτηση παρέμβασης. Το δικαστήριο θα ασχοληθεί λοιπόν με την ερώτηση, αν η επίδικη παρέμβαση υπήρξε ανάλογη προς τον νόμιμο στόχο που επιδιώχθηκε και αν οι λόγοι που οι εσωτερικές δικαστικές αρχές επικαλέστηκαν για να δικαιολογήσουν τον στόχο αυτό παρουσιάζονται σχετικοί και επαρκείς. Θα λάβει ιδιαιτέρως υπόψη το είδος των επίμαχων εκφράσεων, τους όρους μετάδοσής τους, τη θέση του αντικειμένου αυτών και τέλος την αναλογικότητα της αποζημίωσης που καθορίστηκε.

49. Σε ό,τι αφορά το είδος των διαμφισβητούμενων λόγων, το δικαστήριο θεωρεί ότι οι όροι «παρακράτος», «φωνασκούντες κακούργοι του Τύπου» και «νευροπαθείς ψευδοπατριώτες» είναι αξιολογικές κρίσεις, οι οποίες δεν επιδέχονται αποδείξεως και δεν αποτελούν γεγονότα, των οποίων η υλικότητα μπορεί να αποδειχθεί. Ακόμα περισσότερο, ο Ε.Β. [Μανώλης Βασιλάκης] ανέφερε ρητά ότι οι όροι «φωνασκούντες εγκληματίες του τύπου» και «νευροπαθείς ψευδοπατριώτες» είχαν ήδη χρησιμοποιηθεί από έναν άλλο δημοσιογράφο, ο οποίος το 1894 χαρακτήρισε έτσι τους οπαδούς της «Μεγάλης Ιδέας», σχέδιο που τερματίστηκε το 1922 με την ήττα του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία. Είναι προφανές κατ’ αυτό τον τρόπο, ότι με την χρήση των δύο όρων ο Ε.Β. [Μανώλης Βασιλάκης] εννοούσε να καταδείξει παραλληλία μεταξύ της πολιτικής κατάστασης της εποχής και εκείνης που επικρατούσε στην Ελλάδα το 1922.

50. Εντούτοις, οι επίδικοι χαρακτηρισμοί δεν στερούνταν ολοκληρωτικά πραγματικής βάσης. Αντιθέτως, ο Φ.Κ. [Φαήλος Κρανιδιώτης] είχε συναντήσει τον κ. Οτσαλάν κατά την παραμονή του στην Κένυα για να του παραδώσει μηνύματα και έγγραφα και, μετά την σύλληψη του κ. Οτσαλάν από τις τουρκικές υπηρεσίες, είχε δώσει πολλές συνεντεύξεις για το θέμα αυτό στα ελληνικά μέσα ενημέρωσης. Σε τελευταία ανάλυση, δεν διαφεύγει από το δικαστήριο ότι οι εγχώριες δικαστικές αρχές δεν έκαναν καμία διάκριση μεταξύ «γεγονότων» και «αξιολογικών κρίσεων», αλλά αναζήτησαν αποκλειστικά, αν οι όροι που χρησιμοποιήθηκαν από τον Μ.Β. [Μανώλη Βασιλάκη] μπορούσαν να προσβάλουν την προσωπικότητα και την υπόληψη του ενάγοντος.

51. Σε ό,τι αφορά τους τρόπους μετάδοσης, το δικαστήριο υπενθυμίζει ότι οι διαμφισβητούμενοι λόγοι διατυπώθηκαν κατά τη διάρκεια ραδιοφωνικής εκπομπής πολιτικού χαρακτήρα. Η μορφή της εκπομπής είχε διαμορφωθεί για να προκαλέσει την ελεύθερη ανταλλαγή απόψεων. Επιπλέον, οι υπό συζήτηση χαρακτηρισμοί ήταν προφορικές δηλώσεις, οι οποίες έγιναν από τρίτο πρόσωπο κατά τη διάρκεια εκπομπής σε απευθείας μετάδοση, κάτι που αφαιρούσε την δυνατότητα από τον αιτούντα να τις αποσύρει επί τόπου (βλ., Gündüz c. Turquie, προμνημονευθέν, § 49). Επί αυτού του σημείου, το δικαστήριο θεωρεί ότι η ευθύνη του δημοσιογράφου-συντονιστή δεν συμπίπτει με εκείνη του προσώπου, το οποίο εκφράστηκε με λέξεις ενδεχομένως πολεμικής, υβριστικές ή συκοφαντικές. Πραγματικά, το γεγονός να απαιτείται κατά γενικό τρόπο από τους δημοσιογράφους η συστηματική και σαφής αποστασιοποίησή τους από το περιεχόμενο κάποιας μνείας, η οποία θα μπορούσε να προσβάλει τρίτα πρόσωπα, να τα προκαλέσει ή να θίξει την τιμή τους, δεν συμβιβάζεται με τον ρόλο του τύπου να ενημερώνει για γεγονότα ή γνώμες και ιδέες που διατυπώνονται σε μια δεδομένη στιγμή (βλ. σε αυτή την κατεύθυνση, Jersild c. Danemark, απόφαση της 23ης Σεπτεμβρίου 1994, σειρά Α, αρ. 298, σελ. 25, § 35; Thoma c. Luxembourg, αρ. 38432/97, § 64, CEDH 2001-III). Mία τέτοια απαίτηση θα επέβαλε ένα υπερβολικό βάρος στον δημοσιογράφο-συντονιστή εκπομπής, ο οποίος ενδεχομένως θα απέφευγε να συζητήσει με πρόσωπα που θα μπορούσαν να διατυπώσουν τις ιδέες τους με όρους πολεμικής και υπερβολής, από το φόβο να αντιμετωπίσει νομική ευθύνη. Και όμως, μια τέτοια κατάσταση θα μπορούσε να στερήσει την κοινωνία από την διάδοση ζωηρών και έντονων πολιτικών συζητήσεων, από τις οποίες τρέφεται η δημοκρατία.

52. Κατά τα λοιπά, σε ό,τι αφορά τη θέση του αντικειμένου των επίδικων χαρακτηρισμών, το δικαστήριο σημειώνει ότι ο ενάγων διατηρούσε προσωπική σχέση με τον κ. Οτσαλάν, είχε παραχωρήσει συνεντεύξεις για αυτό το θέμα και είχε θέσει υποψηφιότητα σε βουλευτικές εκλογές και ευρωεκλογές. Συνεπώς, ο ενάγων δεν μπορεί να εξομοιωθεί με έναν «απλό ιδιώτη», αλλά περισσότερο με ένα δημόσιο πρόσωπο της επικαιρότητας. Υπενθυμίζει επίσης ότι επρόκειτο για την πολιτική επικαιρότητα και ένα ζήτημα το οποίο είχε μονοπωλήσει εκείνη την εποχή το ενδιαφέρον των μέσων. Χωρίς αμφιβολία λοιπόν, χωρίς να στοχεύουν σε ένα πολιτικό πρόσωπο με την κυριολεκτική έννοια του όρου, οι επίδικοι χαρακτηρισμοί εγγράφονταν στα συμφραζόμενα μίας συζήτησης με έντονο δημόσιο ενδιαφέρον (βλ. σε αυτή την κατεύθυνση, Selistö c. Finlande, αρ. 56767/00, § 51, 16 Νοεμβρίου 2004).

53. Σε τελευταία ανάλυση, σε ό,τι αφορά στη σχέση αναλογικότητας του ποσού που επιδικάστηκε με την προσβολή που προκλήθηκε στην προσωπικότητα, το δικαστήριο διαπιστώνει ότι οι αρμόδιες δικαστικές αρχές καταδίκασαν αλληλεγγύως τους εναγομένους, μεταξύ αυτών και τον αιτούντα, να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των 55.000.000 δρχ. (161.048 ευρώ περίπου) ως ηθική αποζημίωση. Το δικαστήριο κατ’ αρχήν παρατηρεί ότι τα δικαστήρια δεν έκαναν καμία αναφορά στην οικονομική κατάσταση του αιτούντα κατά τον προσδιορισμό της αποζημίωσης. Αντιθέτως μάλιστα, οι αρμόδιες δικαστικές αρχές εξομοίωσαν την οικονομική κατάσταση των εναγομένων, μεταξύ των οποίων ο αιτών και της ιδιοκτήτριας εταιρείας του ραδιοφωνικού σταθμού. Εντούτοις, το δικαστήριο θεωρεί ότι η εφαρμογή από τις εγχώριες δικαστικές αρχές «ενός κατώτατου ορίου αποζημίωσης» (στη συγκεκριμένη περίπτωση 147.000 ευρώ) αφαίρεσε τη δυνατότητα από τον αιτούντα να αποδείξει ότι η βλάβη που υπέστη ο Φ.Κ. [Φαήλος Κρανιδιώτης] ήταν ενδεχομένως κατώτερη από αυτό το ποσό.

54. Έχοντας λάβει υπόψη τα προηγούμενα, το δικαστήριο κρίνει ότι οι εθνικές δικαστικές αρχές δεν προσκόμισαν λόγους σχετικούς και επαρκείς για να αιτιολογήσουν την καταδίκη του αιτούντα να καταβάλει αποζημίωση στον Φ.Κ. [Φαήλος Κρανιδιώτης] και αυτή δεν ανταποκρινόταν σε «επιτακτική κοινωνική ανάγκη».

Εντούτοις, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 10 της Συνθήκης.

ΙΙΙ. ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 41 ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ

55. Σύμφωνα με το άρθρο 41 της Συνθήκης,

«Αν το δικαστήριο κηρύξει ότι υπήρξε παραβίαση της Συνθήκης ή των Πρωτόκολων αυτής και αν το εγχώριο δίκαιο του συμβαλλόμενου κράτους δεν επιτρέπει παρά μόνο μερικώς την ακύρωση των συνεπειών αυτής της παραβίασης, το δικαστήριο χορηγεί στον ζημιωθέντα διάδικο, εφόσον υπάρχει αφορμή, δίκαιη επανόρθωση».

Α. ΖΗΜΙΑ

56. Ο αιτών αξιώνει 42.237,48 ευρώ ως υλική βλάβη που υπέστη, ποσό που επιμερίζει ως εξής:

i. 41.067,48 ευρώ, ποσό που καταβλήθηκε από τον ίδιο στον Φ.Κ. [Φαήλο Κρανιδιώτη] και ανταποκρίνεται κατά ένα μέρος στην αποζημίωση που επιδίκασαν οι εγχώριες δικαστικές αρχές. Το εν λόγω ποσό προσδιορίστηκε τη βάση συμφωνίας μεταξύ του Φ.Κ., του αιτούντα και τον άλλων εναγομένων στην εγχώρια δικαστική διαδικασία.

ii 1.170 ευρώ για δικαστικά έξοδα ενώπιον του ακυρωτικού δικαστηρίου.

57. Σε ό,τι αφορά την ηθική ζημία, ο αιτών αξιώνει 30.000 ευρώ εξαιτίας του άγχους και της απόγνωσης που βίωσε στη διάρκεια της αμφισβητούμενης δικαστικής διαδικασίας. Ο αιτών ιδιαιτέρως επικαλείται ότι κατά τη διάρκεια μακράς περιόδου ενώπιον των εγχώριων δικαστικών αρχών έγινε αντικείμενο μιας διαδικασίας, στο τέρμα της οποίας καταστράφηκε η επαγγελματική του υπόληψη. Ευρισκόμενος σε αδυναμία να καταβάλει στον Φ.Κ. [Φαήλο Κρανιδιώτη] την οφειλόμενη αποζημίωση, ο τελευταίος προχώρησε σε κατάσχεση της οικίας του αιτούντος. Εν συνεχεία, ο αιτών βεβαιώνει ότι έπρεπε να δανειστεί από τους οικείους του και τον φιλικό του κύκλο το υπόλοιπο του οφειλόμενου στον Φ.Κ. ποσού.

58. Σε ό,τι αφορά το ποσό που αξιώνεται για υλική βλάβη, η Κυβέρνηση βεβαιώνει ότι το δικαστήριο δεν μπορεί να εξοφλήσει στον αιτούντα το ποσό που καταβλήθηκε από εκείνον ως αποζημίωση της ζημίας που υπέστη ο Φ.Κ. [Φαήλο Κρανιδιώτη] Κατά την Κυβέρνηση, ένα τέτοιο διάβημα θα ισοδυναμούσε με επανάληψη της επίδικης διαδικασίας και, εκ των πραγμάτων, με την ανατροπή της αρχής της υπόθεσης που εκδικάστηκε από τις εγχώριες δικαστικές αρχές. Σε ό,τι αφορά το ποσό που διεκδικείται ως ηθική αποζημίωση, η Κυβέρνηση εκτιμά ότι μόνη η βεβαίωση παραβίασης του άρθρου 10 της Συνθήκης συνιστά καθαυτή δίκαιη επανόρθωση.

59. Το δικαστήριο διαπιστώνει ότι υφίσταται σχέση αιτιότητας μεταξύ της παραβίασης του άρθρου 10 και της υποχρέωσης που επεβλήθη στον αιτούντα να καταβάλει 41.067,48 ευρώ ως αποζημίωση στον Φ.Κ. [Φαήλο Κρανιδιώτη] για την βλάβη που υπέστη, όπως και 1.170 ευρώ για δικαστικά έξοδα του τελευταίου ενώπιον του ακυρωτικού δικαστηρίου. Υπάρχει λοιπόν αφορμή καταβολής του ποσού των 42.238 ευρώ στον αιτούντα και οποιουδήποτε ποσού που θα μπορούσε να προσμετρηθεί ως πρόσθετη χρηματική επιβάρυνση στο προηγούμενο ποσό.

60. Το δικαστήριο εκτιμά επιπλέον ότι η βεβαίωση παραβίασης του άρθρου 10 της Συνθήκης συνιστά καθαυτή επαρκή δίκαιη επανόρθωση για κάθε ηθική βλάβη που ενδεχομένως υπέστη ο ενδιαφερόμενος (Thoma c. Luxembourg, προμνημονευθέν, § 74).

Β. Έξοδα και δαπάνες

61. Ο αιτών αξιώνει συνολικό ποσό 11.410 ευρώ, το οποίο επιμερίζεται ως ακολούθως:

i. 4.000 ευρώ για την πρωτόδικη διαδικασία, χωρίς να προσαγάγει σημείωμα εξόδων και αμοιβών.

ii. 2.100 ευρώ για την διαδικασία ενώπιον του ακυρωτικού δικαστηρίου, μετά σημειώματος εξόδων και αμοιβών.

iii. 5.000 ευρώ για την διαδικασία που ακολουθήθηκε στο δικαστήριο, σχετικά με την οποία προσήχθη σημείωμα εξόδων και αμοιβών.

iv. 300 ευρώ για έξοδα συναφή με φωτοτυπίες και τη διεκπεραίωση της παρούσας αίτησης.

63. Το δικαστήριο υπενθυμίζει ότι σύμφωνα με την πάγια νομολογία του, η καταβολή εξόδων και δαπανών κατά το άρθρο 41 προϋποθέτει ότι έχουν αποδειχθεί η πραγματικότητα, η αναγκαιότητα και, επιπροσθέτως, ο λογικός χαρακτήρας του ύψους τους (Ιatridis c. Grèce (δίκαιη επανόρθωση) [GC], αρ. 31107/96, § 54, CEDH 2000-XI). Σε αυτή την περίπτωση, έχοντας λάβει υπόψη τα δικαιολογητικά που κατατέθηκαν και τα ως άνω αναφερθέντα κριτήρια, το δικαστήριο εκτιμά ως λογική από αυτή την άποψη την καταβολή 7.000 ευρώ και επιπλέον οποιοδήποτε ποσό θα μπορούσε να προσμετρηθεί ως πρόσθετη οικονομική επιβάρυνση στο προηγούμενο ποσό.

Γ. Τόκοι υπερημερίας

64. Το δικαστήριο κρίνει ενδεδειγμένο να βασίσει τα επιτόκια υπερημερίας στο επιτόκιο ορίου ασφαλείας ευχέρειας δανεισμού της ευρωπαϊκής τράπεζας προσαυξημένο κατά τρία τοις εκατό.

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΟΜΟΦΩΝΑ,

1. Κηρύσσει το παραδεκτό της αίτησης.

2. Λέει ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της Συνθήκης

3. Λέει ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 10 της Συνθήκης

4. Λέει

α) ότι το εναγόμενο κράτος οφείλει να καταβάλει στον αιτούντα, εντός τριών μηνών από την ημέρα που η απόφαση θα καταστεί οριστική σύμφωνα με το άρθρο 44 § 2 της Συνθήκης, 42.238 ευρώ για υλική βλάβη και 7.000 ευρώ για έξοδα και δαπάνες και επιπλέον οποιοδήποτε ποσό που θα μπορούσε να προσμετρηθεί ως πρόσθετη οικονομική επιβάρυνση στο προηγούμενο ποσό.

β) ότι υπολογίζοντας από την παρέλευση της αναφερθείσας προθεσμίας μέχρι την καταβολή, τα ποσά αυτά θα προσαυξηθούν με απλό τόκο και επιτόκιο ίσο με αυτό του όριου ασφάλειας ευχέρειας δανεισμού της κεντρικής ευρωπαϊκής τράπεζας, αυξημένο κατά τρία τοις εκατό.

5. Απορρίπτει την αίτηση δίκαιης επανόρθωσης για το πλεόνασμα.

Συντάχθηκε στα γαλλικά και κοινοποιήθηκε γραπτώς στις 5 Ιουλίου 2007 εις εφαρμογή του άρθρου 77 §§ 2 και 3 του κανονισμού.

S. Nielsen, L. Loucaides,

Γραμματέας Πρόεδρος

ΥΠΟΘΕΣΗ ΒΑΣΙΛΑΚΗΣ κατά ΕΛΛΑΔΑΣ (Επίσημη Μετάφραση)

 

ΕΠΙΣΗΜΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ TRADUCTION OFFICIELLE OFFICIAL TRANSLATION No. Φ.092.22/625

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ

ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ

ΥΠΟΘΕΣΗ ΒΑΣΙΛΑΚΗΣ κατά ΕΛΛΑΔΑΣ

(Προσφυγή αριθ. 25145/05)

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ

17 Ιανουαρίου 2008

Η παρούσα απόφαση θα καταστεί οριστική σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται από το άρθρο 44 § 2 της Σύμβασης. Μπορεί να υποστεί τυπικές διορθώσεις.

Στην υπόθεση Βασιλάκης κατά Ελλάδας,

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (πρώτο τμήμα), συνεδριάζοντας σε τμήμα, η σύνθεση του οποίου έχει ως εξής:

Λουκής Λουκαΐδης, πρόεδρος,

Χρήστος Ροζάκης,

Nina Vajic,

Anatoli Kovler,

Elisabeth Steiner,

Khanlar Hajiyev,

Dean Spielmann, δικαστές,

και Soren Nielsen, γραμματέας τμήματος.

Αφού διασκέφθηκε σε συμβούλιο στις 11 Δεκεμβρίου 2007,

Εκδίδει την πιο κάτω απόφαση, η οποία ελήφθη την ημερομηνία αυτή:

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

1. Η υπόθεση έχει εισαχθεί με μία προσφυγή (αριθ. 25145/05) στρεφόμενη κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας, από έναν υπήκοο του Κράτους αυτού, τον κύριο Εμμανουήλ Βασιλάκη («ο προσφεύγων»), ο οποίος προσέφυγε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 28 Ιουνίου 2005 δυνάμει του άρθρου 34 της Σύμβασης για την προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των θεμελιωδών Ελευθεριών («η Σύμβαση»).

 

2. Ο προσφεύγων εκπροσωπείται από τον κ. Σ. Τσακυράκη, δικηγόρο του Δικηγορικού Συλλόγου της Αθήνας. Η Ελληνική Κυβέρνηση («η Κυβέρνηση») εκπροσωπείται από τους απεσταλμένους του αντιπροσώπου της, κύριο Σ. Σπυρόπουλο, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και τον κύριο Ι. Μπακόπουλο, δικαστικό αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

 

3. Ο προσφεύγων επικαλέστηκε ειδικότερα την προσβολή του δικαιώματός του για πρόσβαση σε δικαστήριο και εκείνου για προστασία της ελευθερίας έκφρασής του.

 

4. Στις 14 Σεπτεμβρίου 2006, το Δικαστήριο αποφάσισε να κοινοποιήσει την προσφυγή στην Κυβέρνηση. Επικαλούμενο το άρθρο 29 § 3 της Σύμβασης, αποφάσισε να αποφανθεί ταυτόχρονα επί του παραδεκτού και επί της ουσίας της υπόθεσης.

ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ι. ΟΙ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ

 

Α. Η γένεση της υπόθεσης

 

5. Δημοσιογράφος το επάγγελμα, ο προσφεύγων δημοσίευσε το 1999 μία σειρά από άρθρα πολιτικού περιεχομένου που επέκριναν τα μέλη του «Δικτύου 21», ενός σωματείου πολιτικού χαρακτήρα, ορισμένα μέλη του οποίου είχαν συνδράμει, τον Φεβρουάριο του 1999, τον κ. Αμπντουλάχ Οτσαλάν, τούρκο υπήκοο και πρώην ηγέτη του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν («ΡΚΚ»). Ενώ οι τουρκικές αρχές τον καταζητούσαν για τρομοκρατικές πράξεις, ο κ. Οτσαλάν μετέβη στην Ελλάδα, τον Φεβρουάριο 1999, με την συνδρομή ελλήνων υπηκόων. Προηγουμένως, η Ελληνική Κυβέρνηση είχε δηλώσει ότι η είσοδος του κ. Οτσαλάν στο ελληνικό έδαφος θα ήταν ιδιαίτερα ανεπιθύμητη για τον λόγο ότι θα προκαλούσε επιδείνωση των σχέσεων μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας. Οι συνθήκες υπό τις οποίες ο κ. Οτσαλάν εισήλθε και διέμεινε στην Ελλάδα, η μεταγενέστερη σύλληψή του στην Κένυα και η μεταφορά του στην Τουρκία προκάλεσαν το ενδιαφέρον των ελληνικών μέσων ενημέρωσης.

 

6. Μετά την δημοσίευση των άρθρων αυτών, πολλά μέλη του «Δικτύου 21», ενεργούντα ατομικώς, κατέθεσαν ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων αγωγές αποζημίωσης για δυσφήμηση και εξύβριση στρεφόμενες κατά του προσφεύγοντος. Το οικονομικό αντικείμενο των αγωγών αυτών υπερέβαινε τα δύο δισεκατομμύρια δραχμές (έξι εκατομμύρια ευρώ περίπου). Ο Δ.Κ. [Διονύσιος Καραχάλιος] και ο Φ.Κ. [Φαήλος Κρανιδιώτης], δικηγόροι και μέλη του «Δικτύου 21», κατέθεσαν πολλές αγωγές κατά του προσφεύγοντος, είτε ατομικά είτε ως εκπρόσωποι άλλων μελών του σωματείου αυτού.

 

7. Στις 12 Ιουλίου 1999, στην διάρκεια μιας συνέντευξης τύπου, ο δημοσιογράφος Ρ.Σ. [Ριχάρδος Σωμερίτης] ανακοίνωσε μία δήλωση υπογεγραμμένη από «εκατόν είκοσι προσωπικότητες του δημοσίου βίου, από τον ακαδημαϊκό, τον πνευματικό και τον δημοσιογραφικό χώρο», με την οποία εκδηλωνόταν η υποστήριξή τους προς τον προσφεύγοντα. Η δήλωση αυτή βεβαίωνε ότι η κλιμάκωση των αγωγών κατά του προσφεύγοντος στόχευε στην πραγματικότητα να εξασθενίσει την ελευθερία του Τύπου και να τρομοκρατήσει τους δημοσιογράφους. Τον Σεπτέμβριο 1999, ο Δ.Κ. [Διονύσιος Καραχάλιος] κοινοποίησε εξώδικες διαμαρτυρίες σε ορισμένα από τα εκατόν είκοσι άτομα που είχαν προσφέρει την υποστήριξή τους στον προσφεύγοντα, καλώντας τους να δηλώσουν δημοσίως αν συντάσσονταν με τις απόψεις που εκφράστηκαν από τον δημοσιογράφο Ρ.Σ. [Ριχάρδο Σωμερίτη] στην συνέντευξη τύπου και να δημοσιεύσουν μία ανακοίνωση στον τύπο για να επανορθώσουν την προσβολή της προσωπικότητάς τους.

 

8. Τον Νοέμβριο 1999, ο προσφεύγων απηύθυνε μία επιστολή στον πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου της Αθήνας. Με αυτήν, παραπονέθηκε για την συμπεριφορά του Δ.Κ. [Διονύσιου Καραχάλιου] και του Φ.Κ. [Φαήλου Κρανιδιώτη], την οποία χαρακτήρισε «αντίθετη προς τον κώδικα δεοντολογίας των δικηγόρων». Ισχυρίστηκε ειδικότερα ότι η σώρευση αγωγών σε βάρος του από τα μέλη του «Δικτύου 21» στόχευε, στην ουσία, στην οικονομική και επαγγελματική εξόντωσή του. Επίσης, βεβαίωνε ότι ο Δ.Κ. και ο Φ.Κ. είχαν κοινοποιήσει πολλές εξώδικες διαμαρτυρίες σε προσωπικότητες της πολιτικής ή του πνεύματος που είχαν εκφράσει εν τω μεταξύ την υποστήριξή τους στο πρόσωπό του. Τέλος, ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι η συμπεριφορά του Δ.Κ. [Διονύσιου Καραχάλιου] και του Φ.Κ. [Φαήλου Κρανιδιώτη] συνιστούσε κατάχρηση δικαιώματος που είχε συνέπειες στην ελευθερία του τύπου και της δικαιοσύνης. Ο προσφεύγων ζητούσε από τον πρόεδρο των δικηγόρων της Αθήνας να παρέμβει και να ενεργήσει τα νόμιμα μέσα στα πλαίσια της δεοντολογίας του Δικηγορικού Συλλόγου.

Β. Η επίδικη δικαστική διαδικασία

 

9. Στις 8 Μαΐου 2000, ο Δ.Κ. [Διονύσιος Καραχάλιος] προσέφυγε εκ νέου στα πολιτικά δικαστήρια με μία αγωγή αποζημίωσης για δυσφήμηση στρεφόμενη κατά του προσφεύγοντος. Ζητούσε ένα ποσό 8 εκατομμυρίων δραχμών (23.500 ευρώ περίπου) για ηθική βλάβη. Υποστήριζε ότι «οι επίδικες εκφράσεις τον μείωναν και προσέβαλαν, με πρωτοφανή βιαιότητα, την επαγγελματική και πολιτική υπόστασή του».

 

10. Στις 29 Οκτωβρίου 2001, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή του Δ.Κ. (απόφαση αριθ. 5074/2001).

 

11. Στις 4 Φεβρουαρίου 2002, ο προσφεύγων άσκησε έφεση. Στις 5 Δεκεμβρίου 2002, το Εφετείο Αθηνών επικύρωσε την προσβληθείσα απόφαση. Το σκεπτικό του είχε ως εξής:

«Ο εναγόμενος χρησιμοποιεί στην επιστολή [που απηύθυνε στον Δικηγορικό Σύλλογο της Αθήνας] εκφράσεις όπως “ζητώ την παρέμβασή σας για να υπομνησθεί [στον Διονύσιο Καραχάλιο και τον Φαήλο Κρανιδιώτη] ο ρόλος τους ως δικηγόρων (…), για να τεθεί ένα τέλος στην τρομοκρατία που ασκούν στους δημοσιογράφους και τα μέσα ενημέρωσης καταχρώμενοι της εξουσίας τους (…), οι κύριοι αυτοί απάντησαν καταθέτοντας δεκάδες καταχρηστικές, αβάσιμες και περιέχουσες παράλογα επιχειρήματα αγωγές (…). [Ο Δ.Κ, και ο Φ.Κ.] διαστρεβλώνουν τα κείμενα των δημοσιογράφων (…) διότι εγκαινιάζουν μία νέα πρακτική φίμωσης και κατάργησης της ελευθερίας της έκφρασης (…) που στοχεύει να τρομοκρατήσει και να εκμηδενίσει τα άτομα που αντιτίθενται στις ιδέες τους (…), θεωρούν ότι όλοι εκείνοι που επικρίνουν τις πολιτικές πράξεις και τους στόχους τους είναι εχθροί της πατρίδας και του έθνους και ότι πρέπει να φιμωθούν και να εξουδετερωθούν (…), κάνουν κατάχρηση της ιδιότητάς τους [του δικηγόρου] με απίστευτο φανατισμό, ο οποίος καταντά ιδεοληψία (…), κοινοποίησαν εξωφρενικές εξώδικες διαμαρτυρίες σε 120 προσωπικότητες αξιώνοντας από αυτές “δηλώσεις μετανοίας” σε ό,τι αφορά την υποστήριξή τους στον Μ. Βασιλάκη (…), όλα αυτά είναι εξωφρενικά, όπως και η θέλησή τους να εξοντώσουν μέσω αυτής της πρωτότυπης μεθόδευσης (…), [ο Δ.Κ. και ο Φ.Κ.] οργάνωσαν την εξόντωση προς παραδειγματισμό δημοσιογράφων-θυμάτων μέσω αυτής της καταχρηστικής διαδικασίας (…), κάνοντας κατάχρηση της ιδιότητάς τους ως δικηγόροι και της δυνατότητας να προσφύγουν στα δικαστήρια χωρίς έξοδα, εξαπολύουν αυτό το ανθρωποκυνηγητό (…)».

[Όλες οι εκφράσεις αυτές] συνιστούν σαρκασμούς και, σε κάθε περίπτωση, αμφισβητούν την επαγγελματική δραστηριότητα και την εντιμότητα του ενάγοντος, είναι υβριστικές και δυσφημιστικές και προσβάλλουν παρανόμως την τιμή και την υπόληψη του ενδιαφερομένου (…).·Ο εναγόμενος είχε σκοπό να ενεργοποιήσει την άσκηση πειθαρχικής δίωξης κατά του προσφεύγοντος ενώπιον του αρμοδίου συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και στόχευε, μέσω των πιο πάνω εκφράσεων, να τον καταστήσει ύποπτο παράβασης των καθηκόντων του κατά την άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων του. (…) Αν ο εναγόμενος πίστευε ότι ο ενάγων ασκούσε το επάγγελμά του κατά τρόπο αξιόμεμπτο, του αρκούσε, προκειμένου να εκπληρώσει τον σκοπό του, να συντάξει την διαμαρτυρία του εκμεταλλευόμενος διαφορετικά τον πλούτο της ελληνικής γλώσσας.»

 

12. Δυνάμει των άρθρων 57 και 914 του Αστικού Κώδικα σε συνδυασμό με τα άρθρα 361 και 362 του Ποινικού Κώδικα, το Εφετείο Αθηνών καταδίκασε τον προσφεύγοντα να καταβάλει στον Δ.Κ. το ποσό των 3.000 ευρώ για ηθική βλάβη (απόφαση αριθμός 9537/2002).

 

13. Στις 19 Ιουλίου 2002, ο προσφεύγων άσκησε αίτηση αναιρέσεως, προβάλλοντας δύο λόγους. Αφενός, ισχυρίστηκε ότι το Εφετείο δεν είχε ερμηνεύσει ορθά το άρθρο 14 του Συντάγματος, το άρθρο 10 της Σύμβασης και τα άρθρα 361 και 362 του Ποινικού Κώδικα. Αφετέρου, ισχυρίστηκε ότι η απόφαση του Εφετείου δεν ήταν επαρκώς αιτιολογημένη. Ανέφερε τις εκφράσεις που είχαν κριθεί δυσφημιστικές από το Εφετείο και τους λόγους στην βάση των οποίων αυτό είχε απορρίψει την προσφυγή του.

 

14. Στις 7 Φεβρουαρίου 2005, ο Άρειος Πάγος απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως, κρίνοντας απαράδεκτους τους δύο λόγους που προέβαλε ο προσφεύγων, για τον λόγο ότι αυτός δεν είχε διευκρινίσει τα πραγματικά περιστατικά πάνω στα οποία είχε στηριχθεί το Εφετείο για να απορρίψει την έφεσή του. Το σκεπτικό του είχε ειδικότερα ως εξής:

«Δυνάμει των άρθρων 118 § 4, 566 § 1, 577 § 3 και 578 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όταν η αγωγή κρίθηκε βάσιμη ή αβάσιμη, δεν αρκεί να εκθέσει ο αναιρεσείων μέσα στην αίτηση αναιρέσεώς του την δική του εκδοχή των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, τις διατάξεις των οποίων επικαλείται την παραβίαση, την ερμηνεία που τους δίνει αυτός και το αμφισβητούμενο από τον ίδιο συμπέρασμα του κατωτέρου δικαστηρίου. Αυτός πρέπει κυρίως να εκθέσει, κατά τρόπο πλήρη και σαφή, αυτό που το τελευταίο δέχθηκε στην ουσία, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά πάνω στα οποία αυτό στήριξε το συμπέρασμά του ως προς την ουσία της υπόθεσης. Σε αντίθετη περίπτωση, το βάσιμο των λόγων αναιρέσεως δεν μπορεί να θεμελιωθεί, στο μέτρο που αυτά δεν προκύπτουν από το περιεχόμενο της αιτήσεως αναιρέσεως (…). [Εν προκειμένω] ο αναιρεσείων εκθέτει (…) κατά τρόπο αποσπασματικό την εκτίμηση του Εφετείου σε ό,τι αφορά την επιστολή [την απευθυνθείσα στον πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου της Αθήνας] [και] τα τελικά συμπεράσματα του δικαστηρίου αυτού. Αντιθέτως, δεν εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε επί της ουσίας το Εφετείο προκειμένου να θεμελιώσει την απόφασή του» (απόφαση αριθμός 225/2005).

Π. ΤΟ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΟ ΕΘΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

 

15. Το άρθρο 14 του Συντάγματος ορίζει:

«1. Καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του τηρώντας τους νόμους του κράτους.

(…)»

 

16. Τα εφαρμοστέα άρθρα του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ορίζουν:

Άρθρο 118

«Τα δικόγραφα που επιδίδονται από ένα διάδικο σε άλλον ή υποβάλλονται στο δικαστήριο πρέπει να αναφέρουν: (…) 4) το αντικείμενο του δικογράφου, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο (…)»

Άρθρο 566 § l

«Το έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120, να αναφέρει την προσβαλλόμενη απόφαση, τους λόγους της αναίρεσης, αίτηση για την αναίρεση, ολική ή εν μέρει της προσβαλλόμενης απόφασης και αίτηση για την ουσία της υπόθεσης.»

Άρθρο 577 § 3

«Αν ο Άρειος Πάγος κρίνει νόμιμη και παραδεκτή την αναίρεση, εξετάζει το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.»

Άρθρο 578

«Αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση (…)»

 

17. Σύμφωνα με την νομολογία του Αρείου Πάγου, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να αναφέρει τον κανόνα δικαίου που φέρεται να έχει παραβιαστεί, να διευκρινίζει σε τι συνίσταται η επικαλούμενη νομική πλημμέλεια, δηλαδή πού βρίσκεται η παραβίαση που φέρεται να έχει διαπραχθεί κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή τού εν λόγω κανόνα, καθώς επίσης και να περιλαμβάνει την έκθεση των πραγματικών περιστατικών πάνω στα οποία στηρίχθηκε το Εφετείο για να απορρίψει την έφεση (Άρειος Πάγος αριθ. 372/2002 και 388/2002).

 

18. Οι εφαρμοστέες διατάξεις του Αστικού Κώδικα ορίζουν:

Άρθρο 57

«Όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή κα να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Αν η προσβολή αναφέρεται στην προσωπικότητα προσώπου που έχει πεθάνει, το δικαίωμα αυτό έχουν ο σύζυγος, οι κατιόντες, οι ανιόντες, οι αδελφοί και οι κληρονόμοι του από διαθήκη.

Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται.»

Άρθρο 914

«Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.»

 

19. Τα εφαρμοστέα άρθρα του Ποινικού Κώδικα ορίζουν:

Άρθρο 361

Εξύβριση

«1. Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή. Η χρηματική ποινή μπορεί να επιβληθεί και μαζί με την ποινή της φυλάκισης

(…)»

Άρθρο 362

Δυσφήμηση

«Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Η χρηματική ποινή μπορεί να επιβληθεί και μαζί με την ποινή της φυλάκισης.»

Άρθρο 367

«1. Δεν αποτελούν άδικη πράξη: α) οι δυσμενείς κρίσεις για επιστημονικές, καλλιτεχνικές ή επαγγελματικές εργασίες (…) γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για την διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον (…)».

ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

Ι. ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΗΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 6 § 1 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ

 

20. Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι η απόρριψη της αίτησης αναιρέσεώς του παραβίασε το δικαίωμα πρόσβασής του σε δικαστήριο, όπως αυτό προβλέπεται από το άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης. Τα εφαρμοστέα αποσπάσματα της διάταξης αυτής έχουν ως εξής:

«Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή (…) εντός λογικής προθεσμίας υπό (…) δικαστηρίου (…), το οποίον θα αποφασίση (…) επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως (…)»

 

Α. Επί του παραδεκτού

 

21. Κρίνοντας ότι η αιτίαση του προσφεύγοντος δεν είναι προδήλως αβάσιμη με την έννοια του άρθρου 35 § 3 της Σύμβασης και ότι δεν προσκρούει σε κανέναν άλλο λόγο απαράδεκτο, το Δικαστήριο την κρίνει παραδεκτή.

 

Β. Επί της ουσίας

Ι. Επιχειρηματολογία των διαδίκων

22. Η Κυβέρνηση εκθέτει ότι ο Άρειος Πάγος δεν λειτουργεί ως τρίτος βαθμός δικαιοδοσίας. Η αποστολή του δεν συνίσταται στην επανεξέταση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, αλλά να κρίνει την νομιμότητα της προσβληθείσας απόφασης. Η Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι, στην παρούσα υπόθεση, ο Άρειος Πάγος απλώς εφάρμοσε την πάγια νομολογία του σε ό,τι αφορά τις προϋποθέσεις του παραδεκτού μιας αίτησης αναίρεσης. Ειδικότερα, σύμφωνα με την νομολογία αυτή, όταν η έφεση απορρίπτεται ως αβάσιμη από το κατώτερο δικαστήριο μετά την διεξαγωγή των αποδείξεων, το ανώτατο δικαστήριο απαιτεί από τον ενδιαφερόμενο να παραθέσει στην αίτηση αναίρεσής του τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, όπως αυτά έγιναν δεκτά από το κατώτερο δικαστήριο. Για την Κυβέρνηση, η παράθεση αυτή είναι απαραίτητη για να επιτρέψει στον Άρειο Πάγο να ασκήσει τον έλεγχό του στην γενόμενη από το κατώτερο δικαστήριο ερμηνεία του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου. Η Κυβέρνηση κρίνει εύλογη την υποχρέωση του αναιρεσείοντος να εκθέσει τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, όπως αυτά έγιναν δεκτά από το Εφετείο μετά την διεξαγωγή των αποδείξεων. Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος θα είχε την υποχρέωση να αναζητήσει ο ίδιος τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης που οδήγησαν το Εφετείο στην επίδικη ερμηνεία του εθνικού δικαίου.

 

23. Ο προσφεύγων απαντά ότι πράγματι παρέθεσε στην αίτηση αναίρεσής του τα πραγματικά περιστατικά πάνω στα οποία το Εφετείο είχε στηρίξει την κρίση του. Γι’ αυτόν, ούτε ο Άρειος Πάγος ούτε η Κυβέρνηση διευκρίνισαν τα σημεία εκείνα από τα εκτιθέμενα στην αίτηση αναίρεσης που δεν ήταν επαρκώς πλήρη και σαφή. Αυτός υποστηρίζει ότι με τον τρόπο αυτό έμεινε στην αβεβαιότητα ως προς τους λόγους για τους οποίους η αίτηση αναίρεσής του είχε κριθεί αόριστη. Προσθέτει ότι η συμπεριφορά του ανωτάτου δικαστηρίου που συνίσταται στην απόρριψη των λόγων εξαιτίας της έλλειψης σαφήνειάς τους έχει ήδη πολλές φορές αποτελέσει αντικείμενο κυρώσεων εκ μέρους του Δικαστηρίου [Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου]. Αναφέρει προς τον σκοπό αυτό τις αποφάσεις Λιακοπούλου κατά Ελλάδας, αριθ. 20627/04, 24 Μαΐου 2006, Ευσταθίου και λοιποί κατά Ελλάδας, αριθ. 36998/02, 27 Ιουλίου 2006, και Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδας, αριθ. 77574/01, 14 Δεκεμβρίου 2006. Εκτιμά ότι η απόρριψη ως απαράδεκτης της αίτησης αναίρεσής του δεν είναι μία μεμονωμένη περίπτωση, αλλά εντάσσεται σε μία γενικότερη πρακτική του Αρείου Πάγου που συνίσταται στην κήρυξη των αιτήσεων αναίρεσης ως απαραδέκτων προκειμένου να αποφευχθεί η επί της ουσίας εξέταση των υποθέσεων.

 

2. Εκτίμηση του Δικαστηρίου

 

α) Γενικές αρχές

 

24. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει την πάγια νομολογία του σύμφωνα με την οποία δεν έχει ως αποστολή του να υποκαθιστά τα εθνικά δικαστήρια. Η ευθύνη της ερμηνείας της εθνικής νομοθεσίας ανήκει καταρχήν στις εθνικές αρχές και ειδικότερα στα δικαστήρια (βλέπε, μεταξύ πολλών άλλων, Garcia Manibardo, αριθ. 38695/97, § 36, CEDH 2000-ΙΙ). Εξάλλου, το «δικαίωμα σε δικαστήριο», του οποίου το δικαίωμα πρόσβασης συνιστά μία ιδιαίτερη πλευρά, δεν είναι απόλυτο και προσφέρεται σε περιορισμούς, οι οποίοι γίνονται σιωπηρά δεκτοί, ειδικότερα ως προς τους όρους του παραδεκτού μιας προσφυγής, διότι απαιτεί από την ίδια την φύση του μία ρύθμιση από το Κράτος, το οποίο απολαμβάνει ως προς τούτο μιας συγκεκριμένης διακριτικής ευχέρειας. Εν τούτοις, οι περιορισμοί αυτοί δεν θα μπορούσαν να περιορίσουν την ανοικτή πρόσβαση ενός διοικούμενου κατά τρόπο ή σε βαθμό ώστε το δικαίωμά του σε δικαστήριο να θιγεί στην ίδια την ουσία του. Τέλος, δεν συμβιβάζονται με το άρθρο 6 § 1, παρά μόνον αν τείνουν προς θεμιτό σκοπό και αν υφίσταται εύλογη σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του επιδιωκόμενου σκοπού (βλέπε, μεταξύ πολλών άλλων, Edificaciones March Gallego S.A. κατά Ισπανίας, απόφαση της 19 Φεβρουαρίου 1998, Recueil des arrêts et décisions 1998-I, σελ. 290, § 34). Πράγματι, το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο θίγεται όταν η ρύθμισή του παύει να εξυπηρετεί τους σκοπούς της ασφαλείας του δικαίου και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και αποτελεί ένα είδος φραγμού που εμποδίζει την επί της ουσίας εξέταση της υπόθεσης του διοικούμενου από το αρμόδιο δικαστήριο.

 

25. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει εξάλλου ότι το άρθρο 6 της Σύμβασης δεν υποχρεώνει τα συμβαλλόμενα Κράτη να θεσπίσουν εφετεία ή ακυρωτικά δικαστήρια (βλέπε, ειδικότερα, Delcourt κατά Βελγίου, απόφαση της 17 Ιανουαρίου 1970, série A no. 11, σελ. 13-15, §§ 25-26). Εν τούτοις, αν υπάρχουν τέτοια δικαστήρια, οι εγγυήσεις του άρθρου 6 πρέπει να τηρούνται, ειδικότερα ως προς την εξασφάλιση στους διαδίκους ενός πραγματικού δικαιώματος πρόσβασης στα δικαστήρια προκειμένου αυτά να αποφασίσουν επί των αμφισβητήσεων των σχετικών με τα «δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους αστικής φύσεως (βλέπε, μεταξύ άλλων, Brualla Gόmez de la Torre κατά Ισπανίας της 19 Δεκεμβρίου 1997, Recueil des arrêts et decisions 1997-VIII, σελ. 2956, § 37). Εξάλλου, η συμβατότητα των περιορισμών που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο προς το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο, το οποίο αναγνωρίζεται από το άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης εξαρτάται από τις ιδιαιτερότητες της επίδικης διαδικασίας και πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της δίκης που διεξήχθη μέσα στην εθνική έννομη τάξη και ο ρόλος που έπαιξε σε αυτήν το ανώτατο δικαστήριο, αφού οι προϋποθέσεις του παραδεκτού μιας αίτησης αναίρεσης μπορούν να είναι πιο αυστηρές από εκείνες μιας έφεσης (Khalfaoui κατά Γαλλίας, αριθ. 34791/97, CEDH 1999-ΙΧ).

 

26. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει τέλος ότι η ρύθμιση του τύπου της άσκησης μιας προσφυγής στοχεύει στην εξασφάλιση της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και του σεβασμού, ιδιαίτερα, της αρχής της ασφαλείας του δικαίου. Εν τούτοις, οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να μπορούν να αναμένουν ότι οι κανόνες αυτοί θα εφαρμοστούν (Miragall Escolano και λοιποί κατά Ισπανίας, αριθ. 38366/97, 38688/97, 40777/98, 40843/98, 41015/98, 41400/98, 41446/98, 41484/98, 41487/98 και 41509/98, § 33, CEDH 2000-I).

 

27. Εν τούτοις, το Δικαστήριο έχει κρίνει πολλές φορές ότι η εφαρμογή εκ μέρους των εθνικών δικαστηρίων συγκεκριμένου τύπου που πρέπει να τηρείται για την άσκηση μιας προσφυγής μπορεί να παραβιάσει το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο. Το ίδιο ισχύει όταν η υπερβολικά τυπολατρική ερμηνεία της συνήθους νομιμότητας εκ μέρους ενός δικαστηρίου εμποδίζει, τοις πράγμασιν, την επί της ουσίας εξέταση μιας προσφυγής ασκηθείσας από τον ενδιαφερόμενο (Beles κατά Δημοκρατίας της Τσεχίας, αριθ. 47273/99, § 69, CEDH 2002-ΙΧ, Zvolsky και Zvolska κατά Δημοκρατίας της Τσεχίας, αριθ. 46129/99, § 55, CEDH 2002-ΙΧ).

 

β) Εφαρμογή των πιο πάνω αναφερομένων αρχών στην παρούσα υπόθεση

28. Στην προκειμένη περίπτωση, η αποστολή του Δικαστηρίου συνίσταται στην εξέταση του κατά πόσο η αιτιολογία για την οποία ο Άρειος Πάγος απέρριψε την αίτηση αναίρεσης του προσφεύγοντος στέρησε, τοις πράγμασιν, τον ενδιαφερόμενο από το δικαίωμά του να εξεταστεί η υπόθεσή του στην ουσία. Για να το πράξει, το Δικαστήριο θα επικεντρωθεί στην αναλογικότητα του επιβαλλόμενου περιορισμού σε σχέση με τις απαιτήσεις της ασφαλείας του δικαίου και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης.

 

29. Καταρχήν, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο κανόνας που εφαρμόζεται από τον Άρειο Πάγο για να αποφανθεί επί του παραδεκτού των επιδίκων λόγων είναι μία κατασκευή της νομολογίας: δεν απορρέει από μία συγκεκριμένη δικονομική διάταξη, αλλά από τον συνδυασμό τεσσάρων άρθρων του κώδικα πολιτικής δικονομίας. Εν συντομία, το ανώτατο δικαστήριο ορίζει ως προς το σημείο αυτό μία προϋπόθεση του παραδεκτού αναφερόμενη στην σαφήνεια των λόγων αναίρεσης.

 

30. Επίσης, αυτός ο νομολογιακός κανόνας υπακούει, γενικά, στις απαιτήσεις της ασφαλείας του δικαίου και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Όταν ο αναιρεσείων παραπονείται κατά του Εφετείου για μία εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών σε σχέση με τον εφαρμοσθέντα κανόνα δικαίου, φαίνεται εύλογο να ζητείται από αυτόν να εκθέσει μέσα στην αίτηση αναίρεσής του τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Εφετείο. Ελλείψει αυτού, το ανώτατο δικαστήριο δεν θα ήταν σε θέση να ασκήσει τον ακυρωτικό έλεγχό του έναντι της προσβληθείσας απόφασης, θα ήταν υποχρεωμένο να προβεί σε μία νέα παραδοχή των αρμοζόντων πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης και να τα εκτιμήσει το ίδιο σε σχέση με τον κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε από το Εφετείο. Το ενδεχόμενο αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτό, διότι θα ισοδυναμούσε με αξίωση από το ανώτατο δικαστήριο να διατυπώσει το ίδιο τους λόγους αναίρεσης που υποτίθεται ότι υποβάλλονται στην κρίση του. Συμπερασματικά, ο νομολογιακός κανόνας που εφαρμόστηκε εν προκειμένω συμβιβάζεται με την ιδιαιτερότητα του ρόλου του Αρείου Πάγου, ο έλεγχος του οποίου περιορίζεται στην τήρηση του νόμου (βλέπε, προς τούτο, Μπρέχος κατά Ελλάδας (déc.), αριθ. 7632/04, 11 Απριλίου 2006).

 

31. Δεν μπορεί εν τούτοις να υποστηριχθεί εν προκειμένω ότι η αίτηση αναίρεσης του προσφεύγοντος επιβάρυνε τον Άρειο Πάγο με την υποχρέωση να προβεί σε μία νέα παραδοχή των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης. Το Δικαστήριο σημειώνει πράγματι ότι ο προσφεύγων είχε αναφέρει στην αίτηση αναίρεσής του όλες τις εκφράσεις που κρίθηκαν δυσφημιστικές από το κατώτερο δικαστήριο καθώς και τους λόγους στην βάση των οποίων αυτό είχε απορρίψει την έφεσή του. Ο Άρειος Πάγος είχε επομένως στην διάθεσή του όλα τα αναγκαία στοιχεία για να εξετάσει το βάσιμο της εν λόγω αίτησης αναίρεσης. Επιπλέον, η επίδικη απόφαση του Εφετείου είχε επισυναφθεί στην αίτηση αναίρεσης. Ο ανώτατος δικαστής ήταν έτσι σε θέση να εξετάσει ευχερώς το κείμενο της προσβληθείσας απόφασης και να επαληθεύσει την ακρίβεια των αναφερομένων στην αίτηση αναίρεσης πραγματικών περιστατικών.

 

32. Κάτω από τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο εκτιμά ότι τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, όπως αυτά έγιναν δεκτά από το Εφετείο, είχαν αχθεί σε γνώση του Αρείου Πάγου. Η κήρυξη του απαραδέκτου των προβληθέντων λόγων αναίρεσης για τον λόγο ότι ο αναιρεσείων δεν εξέθεσε μέσα στην αίτηση αναίρεσής του «τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν επί της ουσίας δεκτά από το Εφετείο για την θεμελίωση της κρίσης του» (πιο πάνω παράγραφος 14) συνιστά μία υπερβολικά τυπολατρική προσέγγιση, η οποία εν προκειμένω εμπόδισε τον προσφεύγοντα από το να τύχουν οι αιτιάσεις του μιας επί της ουσίας εξέτασης εκ μέρους του Αρείου Πάγου (βλέπε, προς τούτο, πιο πάνω αναφερόμενη Beles κατά Δημοκρατίας της Τσεχίας, § 69, και πιο πάνω αναφερόμενη Zvolsky και Zvolska κατά Δημοκρατίας της Τσεχίας, § 55).

 

33. Το Δικαστήριο σημειώνει επίσης ως προς τούτο ότι ο Άρειος Πάγος δέχθηκε με την απόφασή του με αριθμό 225/2005 ότι ο προσφεύγων είχε εκθέσει κατά τρόπο αποσπασματικό την εκτίμηση του Εφετείου επί των εκφράσεων που περιέχονταν μέσα στην απευθυνθείσα στον πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου της Αθήνας επιστολή, καθώς και τα τελικά συμπεράσματα του δικαστηρίου αυτού, πριν να συμπεράνει, εν τούτοις, ότι έλειπαν τα πραγματικά περιστατικά πάνω στα οποία το Εφετείο είχε θεμελιώσει την απόφασή του. Όμως, ο Άρειος Πάγος δεν μνημόνευσε, έστω και συνοπτικά, αυτό που έλειπε από την αίτηση αναίρεσης και υποτίθεται ότι δεν περιλαμβάνονταν μεταξύ των εκτεθέντων κατά τρόπο «αποσπασματικό» πραγματικών περιστατικών. Έτσι μπορούμε εύλογα να θεωρήσουμε ότι ο προσφεύγων, ο οποίος μπορούσε εύλογα να έχει την πεποίθηση ότι είχε πληρώσει την προϋπόθεση του παραδεκτού που έχει καθιερωθεί από την νομολογία του Αρείου Πάγου, βυθίστηκε στην αβεβαιότητα ως προς τα στοιχεία που έλειπαν από την αίτηση αναίρεσής του.

 

34. Ενόψει των προηγουμένων σκέψεων, το Δικαστήριο εκτιμά ότι εν προκειμένω ο περιορισμός του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο που επιβλήθηκε στον προσφεύγοντα δεν είναι ανάλογος προς τον επιδιωκόμενο σκοπό της εξασφάλισης της ασφαλείας του δικαίου και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης.

 

35. Συνεπώς, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο του προσφεύγοντος.

Π. ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΗΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 10 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ

 

36. Ο προσφεύγων διαπιστώνει στην καταδίκη του από τα πολιτικά δικαστήρια να καταβάλει αποζημίωση στον Δ.Κ. [Διονύσιο Καραχάλιο] μία παραβίαση του δικαιώματος ελεύθερης έκφρασής του, το οποίο απορρέει από το άρθρο 10 της Σύμβασης που ορίζει:

 

«1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών, άνευ επεμβάσεως δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων. Το παρόν άρθρον δεν κωλύει τα Κράτη από του να υποβάλωσι τας επιχειρήσεις ραδιοφωνίας, κινηματογράφου ή τηλεοράσεως εις κανονισμούς εκδόσεως αδειών λειτουργίας.

 

2. Η άσκησις των ελευθεριών τούτων συνεπαγομένων καθήκοντα και ευθύνας δύναται να υπαχθή εις ωρισμένας διατυπώσεις, όρους, περιορισμούς ή κυρώσεις, προβλεπόμενους υπό του νόμου και αποτελούντας αναγκαία μέτρα εν δημοκρατική κοινωνία δια την εθνικήν ασφάλειαν, την εδαφικήν ακεραιότητα ή δημοσίαν ασφάλειαν, την προάσπισιν της τάξεως και πρόληψιν του εγκλήματος, την προστασίαν της υπολήψεως ή των δικαιωμάτων των τρίτων, την παρεμπόδισιν της κοινολογήσεως εμπιστευτικών πληροφοριών ή την διασφάλισιν του κύρους και αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας.»

 

Α. Επί του παραδεκτού

 

37. Η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι εν προκειμένω το άρθρο 10 δεν έχει εφαρμογή, σημειώνοντας ειδικότερα ότι δεν υπήρξε μετάδοση στην κοινή γνώμη ιδεών πολιτικού, κοινωνικού ή γενικού ενδιαφέροντος.

 

38. Ο προσφεύγων αμφισβητεί την τοποθέτηση αυτή.

 

39. Το Δικαστήριο σημειώνει, καταρχήν, ότι η εφαρμογή του άρθρου 10 δεν προϋποθέτει την διάδοση των επιδίκων χαρακτηρισμών προς πολλά πρόσωπα. Πράγματι, προκειμένου να τύχει εφαρμογής το άρθρο 10, η επίδικη πληροφορία ή άποψη πρέπει μόνον να κοινοποιηθεί, ακόμη και μέσω της αποστολής μιας επιστολής προς έναν μοναδικό παραλήπτη (βλέπε Skolka κατά Πολωνίας, αριθ. 43425/98, §§10 και 30, 27 Μαΐου 2003, και Γρηγοριάδης κατά Ελλάδας, απόφαση της 25 Νοεμβρίου 1997, Recueil 1997-VII, σελ. 2580-2582, §§ 13, 14 και 33). Εξάλλου, το περιεχόμενο των εν λόγω χαρακτηρισμών ή ακριβέστερα το ζήτημα του κατά πόσον αυτοί προκαλούν γενικό ενδιαφέρον ή όχι, δεν είναι ένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει την εφαρμογή του άρθρου 10, αλλά μπορεί να ληφθεί υπόψη για την εκτίμηση της σχέσης αναλογικότητας μεταξύ της επίδικης παρέμβασης και του επιδιωκόμενου θεμιτού σκοπού.

 

40. Στην προκειμένη περίπτωση, ο προσφεύγων καταδικάστηκε να καταβάλει αποζημίωση στον Δ.Κ. για το περιεχόμενο μιας επιστολής που απηύθυνε στον πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου της Αθήνας. Έπεται ότι οι απόψεις αυτές κοινοποιήθηκαν, με την έννοια του άρθρου 10 της Σύμβασης, και ότι αυτή η διάταξη έχει εφαρμογή εν προκειμένω.

 

41. Κρίνοντας ότι η αιτίαση του προσφεύγοντος δεν είναι προδήλως αβάσιμη με την έννοια του άρθρου 35 § 3 της Σύμβασης και ότι δεν προσκρούει σε κανέναν άλλο λόγο απαράδεκτο, το Δικαστήριο την κρίνει παραδεκτή.

 

Β. Επί της ουσίας

1. Επιχειρήματα των διαδίκων

 

42. Η Κυβέρνηση σημειώνει ότι εν προκειμένω υπάρχει σύγκρουση μεταξύ της ελευθερίας έκφρασης και του δικαιώματος της προστασίας της προσωπικότητας. Υποστηρίζει ότι, ακόμη και αν οι επίδικες εκφράσεις ήταν αξιολογικές κρίσεις, η προσβολή της ελευθερίας της έκφρασης του προσφεύγοντος δεν είναι δυσανάλογη. Υπογραμμίζει ότι οι επίδικες εκφράσεις δεν αφορούσαν έναν πολιτικό, αλλά έναν απλό ιδιώτη και βεβαιώνει ότι στόχευαν να προσβάλουν την προσωπικότητα και την επαγγελματική φήμη του ενδιαφερομένου. Η ελευθερία του Τύπου δεν διακυβεύεται στην προκειμένη περίπτωση και η καταδίκη του προσφεύγοντος να καταβάλει το ποσό των 3.000 ευρώ ως αποζημίωση είναι εύλογη και ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.

 

43. Ο προσφεύγων εκτιμά από την πλευρά του ότι το δικαίωμα εκάστου πολίτη να απευθύνεται στις αρμόδιες αρχές βρίσκεται στον πυρήνα της ελευθερίας της έκφρασης. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο στην περίπτωση μιας αιτίασης που δεν προβλήθηκε δημοσίως αλλά απευθύνθηκε ατομικά στην αρμόδια αρχή. Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι ζήτησε καλόπιστα την επέμβαση του προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου της Αθήνας, αφού ο Δ.Κ. [Διονύσιος Καραχάλιος] προσέφυγε ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων με μία σειρά αγωγών με αντικείμενο ιλιγγιώδη ποσά. Επιπλέον, η υποχρέωση να είναι παρών στις συζητήσεις, οι οποίες ορίστηκαν σε διαφορετικές ημερομηνίες, των υποθέσεων αυτών είχε ως συνέπεια ένα σημαντικό κόστος γι’ αυτόν και επέπλεξε ουσιωδώς την άσκηση του επαγγέλματός του ως δημοσιογράφου. Ο προσφεύγων προσθέτει ότι οι εκφράσεις για τις οποίες κατηγορήθηκε είχαν στερεή πραγματική βάση και καμία από τις διατυπώσεις που χρησιμοποιήθηκαν μέσα στην επίδικη επιστολή δεν ήταν υπερβολική ή υβριστική. Εκτιμά τέλος ότι, λαμβανομένης υπόψη της φύσεως και του αντικειμένου της υπόθεσης, η καταδίκη να καταβάλει αποζημίωση, όποιο και αν είναι το ποσό της, πρέπει να θεωρηθεί ως προσβολή του δικαιώματος έκφρασής του. Καταλήγει ότι η καταδίκη του να καταβάλει το ποσό των 3.000 ευρώ δεν ήταν ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.

 

2. Η εκτίμηση του δικαστηρίου

α) Γενικές αρχές

 

44. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι ο ρόλος του συνίσταται στο να αποφανθεί σε τελευταίο βαθμό επί του ζητήματος αν ένας «περιορισμός» της ελευθερίας της έκφρασης συμβιβάζεται με το άρθρο 10 της Σύμβασης. Προς τον σκοπό αυτό, εξετάζει την επίδικη παρέμβαση υπό το φως του συνόλου της υπόθεσης προκειμένου να καθορίσει αν αυτή ήταν «ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο θεμιτό σκοπό» και αν οι λόγοι που επικαλέστηκαν οι εθνικές αρχές για να την δικαιολογήσουν φαίνονται «προσήκοντες και επαρκείς». Τούτο πράττοντας, το Δικαστήριο πρέπει να πειστεί ότι οι εθνικές αρχές εφήρμοσαν κανόνες σύμφωνους προς τις καθιερωθείσες από το άρθρο 10 αρχές, και τούτο, επιπλέον, στηριζόμενο πάνω σε μία αποδεκτή εκτίμηση των σχετικών πραγματικών περιστατικών (βλέπε, μεταξύ άλλων, Steel και Morris κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αριθ. 68416/01, § 87, CEDH 2005-Π).

 

45. Το Δικαστήριο υπογραμμίζει εξαρχής τον εξέχοντα ρόλο, αυτόν του «μαντρόσκυλου», που παίζει ο Τύπος μέσα σε μία δημοκρατική κοινωνία (βλέπε, Bladet Tromso και Stensaas κατά Νορβηγίας [GC], αριθ. 21980/93, § 62, CEDH 1999-III). Λόγω αυτής της λειτουργίας του Τύπου, η δημοσιογραφική ελευθερία εμπεριέχει και την δυνατότητα να προσφεύγει κανείς σε μία συγκεκριμένη δόση υπερβολής, ακόμη και πρόκλησης (Gaweda κατά Πολωνίας, αριθ. 26229/95, § 34, CEDH 2002-II). Προς τούτο, πρέπει να υπομνησθεί ότι η άσκηση της ελευθερίας της έκφρασης περιλαμβάνει καθήκοντα και ευθύνες και ότι η εγγύηση που το άρθρο 10 προσφέρει στους δημοσιογράφους υπόκειται στην προϋπόθεση ότι οι ενδιαφερόμενοι ενεργούν καλόπιστα, κατά τρόπο ώστε να παρέχονται πληροφορίες ακριβείς και αξιόπιστες με σεβασμό στην δημοσιογραφική δεοντολογία (Radio France και λοιποί κατά Γαλλίας, αριθ. 53984/00, § 37, CEDH 2004-ΙΙ και McVicar κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αριθ. 46311/99, §§ 83-86, CEDH 2002-III).

 

46. Προκειμένου περί της φύσεως εκφράσεων ικανών να βλάψουν την υπόληψη ενός ατόμου, το Δικαστήριο διακρίνει κατά παράδοση μεταξύ γεγονότων και αξιολογικών κρίσεων. Ενώ η υπόσταση των πρώτων μπορεί να αποδειχθεί, οι δεύτερες δεν προσφέρονται για επίδειξη της ακρίβειάς τους. Όταν μία δήλωση ερμηνεύεται ως αξιολογική κρίση, η αναλογικότητα της παρέμβασης μπορεί να είναι συνάρτηση της ύπαρξης μιας επαρκούς πραγματικής βάσης, διότι, ελλείψει τέτοιας βάσης, μία αξιολογική κρίση μπορεί και αυτή να αποδειχθεί υπερβολική (βλέπε, για παράδειγμα, Feldek κατά Σλοβακίας, αριθ. 29032/95, §§ 75-76, CEDH 2001-VIII).

 

47. Μέσα στο πλαίσιο μιας δίκης για δυσφήμηση ή εξύβριση, το Δικαστήριο οφείλει εξάλλου να ελέγξει αν οι εθνικές αρχές τήρησαν μία δίκαιη ισορροπία μεταξύ, αφενός, της προστασίας της ελευθερίας της έκφρασης, η οποία καθιερώνεται από το άρθρο 10, και, αφετέρου, εκείνης του δικαιώματος της υπόληψης των θιγέντων ατόμων, η οποία, ως στοιχείο της ιδιωτικής ζωής, προστατεύεται από το άρθρο 8 της Σύμβασης (Chauvy και λοιποί κατά Γαλλίας, αριθ. 64915/01, § 70 in fine, CEDH 2004-VI). Αυτή η τελευταία διάταξη μπορεί να απαιτήσει την θέσπιση θετικών μέτρων ικανών να εγγυηθούν τον πραγματικό σεβασμό της ιδιωτικής ζωής μέχρι και τις σχέσεις των ατόμων μεταξύ τους (Von Hannover κατά Γερμανίας, αριθ. 59320/00, § 57, CEDH 2004-VI, και Stubbings και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση της 22 Οκτωβρίου 1996, Recueil 1996-IV, σελ. 1505, §§ 61-62).

 

48. Εξάλλου, σε ό,τι αφορά το αντικείμενο των επιδίκων εκφράσεων, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι τα όρια της αποδεκτής κριτικής ως προς έναν πολιτικό, στον οποίο γίνεται αναφορά με την ιδιότητα αυτή, είναι ευρύτερα από εκείνα έναντι ενός απλού ιδιώτη: αντίθετα με τον δεύτερο, ο πρώτος εκτίθεται αναπόφευκτα και ενσυνείδητα σε έναν προσεκτικό έλεγχο των πράξεων και των χειρονομιών του, τόσο από τους δημοσιογράφους όσο και από το σύνολο των πολιτών. Αυτός πρέπει συνεπώς να επιδεικνύει μεγαλύτερη ανοχή (Lingens κατά Αυστρίας, απόφαση της 8 Ιουλίου 1986, série A no. 103, σελ. 26, § 42). Η αρχή αυτή δεν εφαρμόζεται μόνον στην περίπτωση του πολιτικού, αλλά επεκτείνεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο που μπορεί να χαρακτηριστεί ως δημόσιο πρόσωπο, δηλαδή σε οποιοδήποτε άτομο, το οποίο, με τις πράξεις του (βλέπε, προς τούτο, Krone Verlag GmbH & Co. KG κατά Αυστρίας, αριθ. 34315/96, § 37, 26 Φεβρουαρίου 2002, και Νews Verlags GmbH & Co. KG κατά Αυστρίας, αριθ. 31457/96, § 54, CEDH 2000-1) ή με την ίδια την θέση του (Verlagsgruppe News GmbH κατά Αυστρίας (αριθ. 2), αριθ. 10520/02, § 36, 14 Δεκεμβρίου 2006), υπάγεται στην δημόσια σφαίρα.

 

49. Τέλος, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η φύση και η βαρύτητα των επιβληθεισών ποινών είναι στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όταν πρόκειται να αξιολογηθεί η αναλογικότητα μιας προσβολής του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης (Cumpana και Mazare κατά Ρουμανίας [GC], αριθ. 33348/96, § 111, CEDH 2004-ΧΙ). Το Δικαστήριο πρέπει επίσης να επιδεικνύει την μεγαλύτερη προσοχή, όταν τα μέτρα ή οι κυρώσεις που ελήφθησαν από τις εθνικές αρχές είναι ικανά να αποθαρρύνουν τον Τύπο από το να συμμετέχει στην συζήτηση ζητημάτων που παρουσιάζουν θεμιτό γενικό ενδιαφέρον (Jersild κατά Δανίας, απόφαση της 23 Σεπτεμβρίου 1994, série A no. 298, σελ. 25-26, § 35).

 

β) Εφαρμογή των πιο πάνω αναφερομένων αρχών στην παρούσα υπόθεση

 

50. Το Δικαστήριο εκτιμά ότι η καταδίκη σε καταβολή αποζημίωσης προς τον Δ.Κ. [Διονύσιο Καραχάλιο], η οποία απαγγέλθηκε κατά του προσφεύγοντος από τα πολιτικά δικαστήρια, μεταφράζεται σε προσβολή του δικαιώματος ελεύθερης έκφρασης του ενδιαφερομένου, θεωρεί εξάλλου ότι το μέτρο αυτό «προβλεπόταν από τον νόμο», και πιο συγκεκριμένα από τα άρθρα 57 και 914 του Αστικού Κώδικα σε συνδυασμό με τα άρθρα 361 και 362 του Ποινικού Κώδικα και ότι επεδίωκε έναν θεμιτό σκοπό σε σχέση με το άρθρο 10 § 2 της Σύμβασης, ήτοι την προστασία της υπόληψης του άλλου, και εν προκειμένω εκείνης του Δ.Κ. Το Δικαστήριο θα επικεντρωθεί επομένως στο ζήτημα του αν η επίδικη παρέμβαση ήταν ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο θεμιτό σκοπό και αν οι λόγοι που επικαλέστηκαν τα εθνικά δικαστήρια για να την δικαιολογήσουν ήταν προσήκοντες και επαρκείς.

 

51. Το Δικαστήριο σημειώνει καταρχήν ότι, μέσω της επιστολής που απηύθυνε στον πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου της Αθήνας, ο προσφεύγων διατύπωσε ισχυρισμούς αναφορικά με την συμπεριφορά του Δ.Κ. και του Φ.Κ. [Διονύσιου Καραχάλιου και Φαήλου Κρανιδιώτη], την οποία αυτός εκτιμούσε αντίθετη προς την δεοντολογία των δικηγόρων και έχουσα στόχο να τον βλάψει επαγγελματικά. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι, εκφέροντας αξιολογικές κρίσεις, μεταφραζόμενες σε εκφράσεις όπως «τρομοκρατία που ασκούν στους δημοσιογράφους και τα μέσα ενημέρωσης», «νέα πρακτική φίμωσης και κατάργησης της ελευθερίας της έκφρασης», «με απίστευτο φανατισμό, ο οποίος καταντά ιδεοληψία», «δηλώσεις μετανοίας», «θέλησή τους να εξοντώσουν μέσω αυτής της πρωτότυπης μεθόδευσης» (…), «οργάνωσαν την εξόντωση προς παραδειγματισμό δημοσιογράφων-θυμάτων μέσω αυτής της καταχρηστικής διαδικασίας» και «ανθρωποκυνηγητό», ο προσφεύγων επιθυμούσε να παρουσιάσει την δική του εκδοχή της συγκεκριμένης υπόθεσης. Το Δικαστήριο παρατηρεί προς τούτο ότι δεν αμφισβητείται ότι ούτε ο Δ.Κ. [Διονύσιος Καραχάλιος] ούτε ο Φ.Κ. [Φαήλος Κρανιδιώτης] προσέφυγαν ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων με μία σειρά αγωγών αποζημίωσης για δυσφήμηση και εξύβριση ούτε ότι το οικονομικό αντικείμενο των αγωγών αυτών υπερέβαινε τα δύο δισεκατομμύρια δραχμές (έξι εκατομμύρια ευρώ περίπου). Επίσης, δεν αμφισβητείται ότι ο Δ.Κ. [Διονύσιος Καραχάλιος] είχε κοινοποιήσει εξώδικες διαμαρτυρίες σε ορισμένες προσωπικότητες που είχαν προσφέρει την υποστήριξή τους στον προσφεύγοντα, καλώντας τους να δηλώσουν δημοσίως αν συμμερίζονταν τις απόψεις, οι οποίες είχαν εκφραστεί από τον δημοσιογράφο Ρ.Σ. [Ριχάρδο Σωμερίτη] κατά την συνέντευξη τύπου, και να δημοσιεύσουν μία ανακοίνωση στον Τύπο για να άρουν την προσβολή κατά της προσωπικότητάς του. Φαίνεται έτσι ότι ο προσφεύγων κατέβαλε προσπάθεια να παράσχει μία πραγματική βάση στους ισχυρισμούς του και να θεμελιώσει την θέση του, σύμφωνα με την οποία ο Δ.Κ. [Διονύσιος Καραχάλιος] επεδίωκε την επαγγελματική και οικονομική εξόντωσή του.

 

52. Όμως, προκαλεί εντύπωση στο Δικαστήριο το γεγονός ότι τα εθνικά δικαστήρια ουδόλως διέκριναν μεταξύ «πραγματικών περιστατικών» και «αξιολογικών κρίσεων», αλλά διερεύνησαν μόνον αν οι εκφράσεις που χρησιμοποιήθηκαν από τον προσφεύγοντα ήταν ικανές να θίξουν την προσωπικότητα και την επαγγελματική και προσωπική υπόληψη του ενάγοντος. Στην πράξη, προκειμένου να αξιολογήσουν την πρόθεση του προσφεύγοντος, δεν τοποθέτησαν τις επίδικες εκφράσεις μέσα στο πλαίσιο της υπόθεσης. Το Δικαστήριο εκτιμά από την πλευρά του ότι η εκ μέρους του προσφεύγοντος διατύπωση των απόψεών του υπό την μορφή μιας επιστολής απευθυνόμενης προσωπικά στον πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου της Αθήνας, παρά μέσω της δημοσίευσης στον Τύπο ενός άρθρου με το ίδιο περιεχόμενο, έδειχνε μάλλον μία πρόθεση να τεθεί ζήτημα δεοντολογικών ευθυνών των Δ.Κ. [Διονύσιου Καραχάλιου] και Φ.Κ. [Φαήλου Κρανιδιώτη] ενώπιον της αρμόδιας πειθαρχικής αρχής, παρά πρόθεση να εξυβριστούν ή να δυσφημιστούν ανοικτά οι ενδιαφερόμενοι.

 

53. Στην πραγματικότητα, ο προσφεύγων, ασκώντας ένα θεμελιώδες δικαίωμα, εκείνο του να απευθυνθεί στις αρχές, ζήτησε απλώς την παρέμβαση του προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου της Αθήνας για να προστατεύσει τα δικαιώματα που εκτιμούσε ότι είχαν θιγεί από την συμπεριφορά δύο μελών του συλλόγου αυτού. Επιπλέον, δεν ζήτησε από τον πρόεδρο την λήψη παρανόμων μέτρων, αλλά του ζήτησε μόνον να πράξει τα δέοντα μέσα στο πλαίσιο της δεοντολογίας του συλλόγου του. Αυτός δεν εξήλθε επομένως των ορίων της νομιμότητας.

 

54. Σε ό,τι αφορά την κατάσταση του στόχου των επιδίκων εκφράσεων, ήτοι με άλλα λόγια το ζήτημα του αν ο ενάγων πρέπει να θεωρηθεί ως «απλός ιδιώτης» ή να εξομοιωθεί με έναν «πολιτικό», στην οποία περίπτωση τα όρια της αποδεκτής κριτικής θα ήταν ευρύτερα, το Δικαστήριο εκτιμά ότι αυτό το στοιχείο δεν είναι καθοριστικό εν προκειμένω. Πράγματι, η διάκριση μεταξύ «απλού ιδιώτη» και «πολιτικού» πρέπει να εφαρμόζεται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι επίδικες εκφράσεις μεταδίδονται στο κοινό, διότι τότε πρόκειται να εκτιμηθεί αν σχετίζονται με ένα ζήτημα που από την φύση του προκαλεί το ενδιαφέρον. Στην προκειμένη περίπτωση, η επίδικη επιστολή δεν απευθυνόταν στο κοινό, αλλά σε ένα μοναδικό άτομο, αρμόδιο να ανοίξει την πειθαρχική διαδικασία κατά του Φ.Κ. [Φαήλου Κρανιδιώτη] και του Δ.Κ. [Διονυσίου Καραχάλιου].

 

55. Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο θεωρεί ότι στον ενάγοντα πρέπει να δούμε όχι έναν «απλό ιδιώτη», αλλά μάλλον ένα δημόσιο πρόσωπο της επικαιρότητας. Ο ενδιαφερόμενος ήταν πράγματι μέλος του «Δικτύου 21», ενός σωματείου πολιτικού χαρακτήρα του οποίου ορισμένα μέλη είχαν προσφέρει την συνδρομή τους προς τον κ. Αμπντουλάχ Οτσαλάν τον Φεβρουάριο 1999. Συνεπώς, η ουσία του ζητήματος που τέθηκε από τον προσφεύγοντα αφορούσε ένα θέμα που είχε προκαλέσει την εποχή εκείνη το ενδιαφέρον των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Έτσι, οι επίδικες εκφράσεις, αν και δεν στόχευαν έναν πολιτικό με την αυστηρή έννοια του όρου, εντάσσονταν στο πλαίσιο ενός διαλόγου με μεγάλο δημόσιο ενδιαφέρον (βλέπε, προς τούτο, Selisiö κατά Φινλανδίας, αριθ. 56767/00, § 51, 16 Νοεμβρίου 2004). Δεν διαλανθάνει της προσοχής του Δικαστηρίου ως προς τούτο ότι, στην αγωγή του, ο Δ.Κ. υποστήριζε ότι οι επίδικες εκφράσεις προσέβαλαν τόσο την επαγγελματική όσο και την πολιτική υπόστασή του. Έτσι, αναγνώριζε ο ίδιος, εμμέσως, ότι η επίδικη επιστολή δεν τον έθιγε μόνον με την ιδιότητα του «απλού ιδιώτη».

 

56. Λαμβανομένων υπόψη των προηγουμένων, το Δικαστήριο θεωρεί ότι οι εθνικές αρχές δεν παρείχαν προσήκουσες και επαρκείς αιτιολογίες για να δικαιολογήσουν την καταδίκη στην καταβολή αποζημίωσης προς τον Δ.Κ. [Διονύσιο Καραχάλιο], η οποία αναγγέλθηκε κατά του προσφεύγοντος από τα πολιτικά δικαστήρια και ότι αυτή η κύρωση δεν ανταποκρινόταν σε μία «επιτακτική κοινωνική ανάγκη».

Συνεπώς, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 10 της Σύμβασης.

 

III. ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 41 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ

 

57. Σύμφωνα με το άρθρο 41 της Σύμβασης,

«Εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι υπήρξε παραβίαση της Σύμβασης ή των Πρωτοκόλλων της και εάν το εσωτερικό δίκαιο του Υψηλού Συμβαλλομένου Μέρους επιτρέπει την ατελή μόνον επανόρθωση των συνεπειών της παραβίασης αυτής, το Δικαστήριο επιδικάζει στον ζημιωθέντα διάδικο, εφόσον συντρέχει λόγος, μία δίκαιη ικανοποίηση.»

 

Α. Ζημία

 

58. Ο προσφεύγων αξιώνει 30.000 ευρώ για την αγωνία και την ταλαιπωρία που υποστηρίζει ότι ένιωσε κατά την διάρκεια της επίδικης διαδικασίας. Υπογραμμίζει ότι η επίδικη διαδικασία αφορά ένα μικρό μόνον μέρος του συνόλου των αγωγών που ασκήθηκαν εναντίον του από τον Δ.Κ. και επέφεραν την επαγγελματική και οικονομική εξόντωσή του.

 

59. Η Κυβέρνηση εκτιμά ότι μόνη η διαπίστωση της παραβίασης του άρθρου 10 θα συνιστούσε αφ’ εαυτής μία επαρκή δίκαιη αποζημίωση.

 

60. Το Δικαστήριο εκτιμά ως πιθανό να υπέστη ο προσφεύγων μία ταλαιπωρία εξαιτίας των παραβιάσεων που διαπιστώθηκαν. Αποφαινόμενο κατά δίκαιη κρίση, όπως ορίζει το άρθρο 41, του επιδικάζει 6.000 για ηθική βλάβη, πλέον οποιουδήποτε ποσού που μπορεί να οφείλεται ως φόρος επί του ποσού αυτού.

 

Β. Έξοδα και δικαστική δαπάνη

 

61. Ο προσφεύγων ζητεί ένα συνολικό ποσό 12.216 ευρώ, το οποίο αναλύει ως εξής:

i. 5.906 ευρώ για την αποζημίωση που επιδικάστηκε από τα εθνικά δικαστήρια και την δικαστική δαπάνη της διαδικασίας ενώπιον του Αρείου Πάγου.

ii. 1.310 ευρώ για την αμοιβή δικηγόρου ενώπιον του Αρείου Πάγου, με την προσκόμιση απόδειξης είσπραξης αμοιβής.

iii. 5.000 ευρώ για την αμοιβή δικηγόρου σχετικά με την διαδικασία που ακολουθήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, με την προσκόμιση απόδειξης είσπραξης αμοιβής.

 

62. Η Κυβέρνηση εκτιμά ότι το ποσό που ζητείται για την αποζημίωση, η οποία επιδικάστηκε από τα εθνικά δικαστήρια, και την δικαστική δαπάνη που σχετίζεται με την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δεν μπορεί να επιδικαστεί για τα έξοδα και την δικαστική δαπάνη. Βρίσκει εξάλλου υπερβολικό το ποσό που ζητείται για την διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

63. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του, η επιδίκαση εξόδων και δικαστικής δαπάνης στη βάση του άρθρου 41 προϋποθέτει την απόδειξη της πραγματικότητας και της αναγκαιότητάς τους και, επιπλέον, του εύλογου χαρακτήρα του ύψους τους (Ιατρίδης κατά Ελλάδας [GC], no. 31107/96, § 54, CEDH 2000-ΧΙ). Εν προκειμένω, το Δικαστήριο σημειώνει ότι το ποσό που ζητείται για την αποζημίωση, η οποία επιδικάστηκε από τα εθνικά δικαστήρια, δεν σχετίζεται με τα έξοδα και την δικαστική δαπάνη της επίδικης διαδικασίας. Απορρίπτει συνεπώς αυτό το τμήμα του αιτήματος του Προσφεύγοντος. Σε ό,τι αφορά το υπόλοιπο των αξιώσεων, λαμβάνοντας υπόψη τα δικαιολογητικά που προσκομίστηκαν και τα κριτήρια που μνημονεύονται πιο πάνω, κρίνει εύλογο να επιδικάσει στον προσφεύγοντα 6.000 ευρώ, πλέον οποιουδήποτε ποσού που μπορεί να οφείλεται ως φόρος επί του ποσού αυτού.

 

Γ. Τόκοι υπερημερίας

 

64. Το Δικαστήριο κρίνει προσήκον να βασίσει το επιτόκιο των τόκων υπερημερίας στο επιτόκιο δανεισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας προσαυξημένο κατά τρεις εκατοστιαίες μονάδες.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ, ΟΜΟΦΩΝΑ,

1. Κηρύσσει την προσφυγή παραδεκτή.

2. Αποφαίνεται ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης.

3. Αποφαίνεται ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 10 της Σύμβασης.

4. Αποφαίνεται

α) ότι το εναγόμενο Κράτος οφείλει να καταβάλει στoν προσφεύγοντα, μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα κατά την οποία η απόφαση θα καταστεί τελεσίδικη σύμφωνα με το άρθρο 44 § 2 της Σύμβασης, 6.000 (έξι χιλιάδες) ευρώ για την ηθική βλάβη και 6.000 (έξι χιλιάδες) ευρώ για έξοδα και δικαστική δαπάνη, πλέον οποιουδήποτε ποσού που μπορεί να οφείλεται για τον φόρο επί του ποσού αυτού,

β) ότι, από τη λήξη της προθεσμίας αυτής και μέχρι την καταβολή, το ποσό αυτό θα προσαυξηθεί με τόκους υπολογιζόμενους με επιτόκιο ίσο με το επιτόκιο δανεισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, το οποίο θα ισχύει κατά την εν λόγω περίοδο, προσαυξημένο κατά τρεις εκατοστιαίες μονάδες.

 

5. Απορρίπτει το αίτημα δίκαιης ικανοποίησης κατά τα λοιπά.

Συντάχθηκε στη γαλλική γλώσσα και στη συνέχεια κοινοποιήθηκε εγγράφως στις 17 Ιανουαρίου 2008 κατ’ εφαρμογή του άρθρου 77 §§ 2 και 3 του κανονισμού.

 

Soren Nielsen Λουκής Λουκαΐδης

Γραμματέας Πρόεδρος

 

Μεταφραστική Υπηρεσία Υπουργείου Εξωτερικών, Αθήνα

SERVICE DES TRADUCTIONS DU MINISTERE DES AFFAIRES ETRANGERES

DE LA REPUBLIQUE HELLENIQUE, ATHENES

HELLENIC REPUBLIC, MINISTRY OF FOREIGN AFFAIRS, TRANSLATION

SERVICE, ATHENS

 

Γεια σου κόσμε!

Welcome to WordPress.com. This is your first post. Edit or delete it and start blogging!